Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Το τέλος της ιδεολογίας;

του Δημήτρη Μανωλίδη

(Για την καλύτερη κατανόηση του άρθρου -και τέλος πάντων για να συνεννοούμαστε- ο όρος ιδεολογία εν προκειμένω χρησιμοποιείται με τον εξής ορισμό: ατομική ή συλλογική κοσμοθεώρηση ή απλώς θεώρηση για κάποιο επιμέρους θέμα/τομέα της ζωής.)

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ισχυρίστηκαν πως η ιστορία έφθασε στο τέλος της. Αφού το τελευταίο ιδεολογικό αντίβαρο κατέρρευσε, το κινεζικό μοντέλο εκφυλίστηκε και οι εναπομείναντες κομμουνιστικές νησίδες κρίνονταν αδύναμες κι ακίνδυνες (όπως η Βόρεια Κορέα και η Κούβα), πίστεψαν πως η φιλελεύθερη δημοκρατία θα μπορούσε επιτέλους να κυριαρχήσει σε όλον τον κόσμο. Το τέλος της ιστορίας ορίζεται εν προκειμένω ως η απόλυτη επικράτηση και δικαίωση μιας ιδεολογίας, η σύμπλευση όλων των ανθρώπων με αυτήν και εξάλειψη κάθε διαφορετικού στοιχείου. Αυτή η θέση, με πιο γνωστό θιασώτη τον Φράνσις Φουκουγιάμα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο κι αφελές, κυριάρχησε για τουλάχιστον μια δεκαετία. Σταδιακά ο ενθουσιασμός του δυτικού κόσμου έφθινε. Μετριάστηκε με την επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και τερματίστηκε με την επίθεση στους δίδυμους πύργους το Σεπτέμβρη του 2001. Η (γεω)πολιτική αποτυχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας ήταν μεγάλη (η οικονομική της αποτυχία ήρθε επισήμως εφτά χρόνια αργότερα με την κρίση του 2008). Βεβαίως, καθώς ο κόσμος εξακολουθούσε να μην αισθάνεται ούτε δημοκρατία ούτε ελευθερία, έπρεπε νέοι «βάρβαροι» να βρεθούν.

 Έτσι μετά τον «πόλεμο κατά του κομμουνισμού» η δύση μπήκε στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» κι από τον πόλεμο των ιδεολογιών εισήλθε η ανθρωπότητα σε έναν «πολιτισμικό πόλεμο», ουσιαστικά ανάμεσα στη «φιλελεύθερη δύση» και στο «φονταμελιστικό Ισλάμ». Όπως ισχυρίζονται πολλοί φιλελεύθεροι διανοητές πλέον ο πόλεμος από πολιτικός έγινε πολιτισμικός. Πίσω από το μανδύα όμως του πολιτισμού είναι ευδιάκριτη η σύγκρουση δυο ιδεολογικών οικοδομημάτων: του ισλαμο-αυταρχικού και του δυτικού-φιλελεύθερου (το οτι λέγεται φιλελεύθερο δεν το καθιστά λιγότερο αυταρχικό απ' το ρητώς αυταρχικό). Και εν προκειμένω η εκβιαστική ατάκα του Μπους προς την υπόλοιπη δύση («ή είστε μαζί μας ή εναντίον μας») εκφράζει την κυρίαρχη τάση στο δυτικό φιλελεύθερο μπλοκ, το οποίο και λειτουργεί σαν να υπάρχουν μόνον αυτά τα δύο στρατόπεδα, θεωρώντας εαυτόν προστάτη της δημοκρατίας και της ελευθερίας και τον αντίπαλο ως την… έκφραση του κακού στη γη. Βεβαίως δεν υπάρχουν μόνο οι φιλελεύθεροι δυτικοί και το φονταμελιστικό Ισλάμ. Όλο και πιο έντονη είναι για παράδειγμα η παρουσία του αυταρχικού συγκεντρωτικού ασιατικού μοντέλου καπιταλισμού. Μάλιστα στο βαθμό που υπάρχει πλέον κοινωνική κρίση και στα «αναπτυγμένα» κράτη, και καθώς η αντιμετώπισή της απαιτεί μείωση των ελευθεριών, το διαζύγιο του δυτικού καπιταλισμού με τη δημοκρατία (την αστική φιλελεύθερη δημοκρατία όπως τη βιώνουμε τα τελευταία 70 χρόνια)και η εφαρμογή ενός μοντέλου ασιατικού καπιταλισμού δεν μοιάζει απίθανο σενάριο.

Βεβαίως αυτή η πολιτισμική μάχη που παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό της μεταϊδεολογικής, όπως λένε, εποχής, δεν είναι τόσο θεμελιώδης όσο φαίνεται. Είναι μια δευτερεύουσα μάχη. Θυμίζει το παράδειγμα του Slavoj Zizek για την Αντιγόνη. Ότι σε σχέση με τη διαμάχη της Αντιγόνης με τον Κρέοντα, μια διαμάχη μεταξύ αριστοκρατών, σίγουρα θα είναι πιο σημαντική η ταξική διαμάχη ανάμεσα στο λαό της Θήβας και στον Κρέοντα και την Αντιγόνη μαζί. Δεν πρόκειται επομένως για ΤΗ διαμάχη που χαρακτηρίζει το κοσμοσύστημά μας, παρά για ένα επιμέρους γεγονός που από μόνο του έχει δευτερεύουσα σημασία, και υπό το μανδύα του οποίου καλύπτονται άλλες δομικές διαμάχες (οι κοινωνικές) που κινούνται στο επίπεδο της ιδεολογίας.

Μαζί με την άποψη για το τέλος της ιστορίας (το έμμεσο τέλος των ιδεολογιών), ήρθε στο προσκήνιο
η άποψη εκείνη που έθετε το άμεσο τέλος των ιδεολογιών. «Ζούμε στη μετά-ιδεολογική εποχή» διατράνωναν οι υποστηρικτές της. Πλέον η πολιτική που ασκούνταν δεν θα έπρεπε να είναι ιδεολογική, αλλά πραγματιστική-ρεαλιστική.  Υπεύθυνη πολιτική δεν είναι ιδέες και μεγαλεπήβολα όνειρα μα αριθμοί, ελλείμματα και πλεονάσματα. Στην ουσία πρόκειται για το αποτέλεσμα της «οικονομικοποίησης» της πολιτικής. Με άλλα λόγια πρόκειται για την είσοδο και την επικυριαρχία των οικονομικών επί της πολιτικής. Όλα έχουν γίνει αριθμοί (σκέφτεται άραγε κανείς πως πίσω απ’ αυτούς τους αριθμούς κρύβονται πραγματικοί άνθρωποι και αγαθά;). Μήπως η μόδα των τεχνοκρατών πρωθυπουργών ή υπουργών οικονομικών δεν αποτελεί τη μεγαλύτερη επιβεβαίωση γι’ αυτό; Μα και το ίδιο το κεφαλαιοκρατικό σύστημα σε επιφάσεις πραγματισμού δεν στηρίζεται; Ο λόγος που προτάσσουν οι περισσότεροι υποστηρικτές του υπέρ του είναι ότι «απλά λειτουργεί». Με μια μεγάλη δόση κυνισμού παραδέχονται μάλιστα τα άσχημά του στο βωμό του ότι «πολύ απλά αποδίδει» και εγκαλούν τους υπολοίπους ως ουτοπιστές.

Το πράγμα γίνεται ακόμα χειρότερο αν λάβουμε υπόψη πως δεν είναι απλώς και γενικώς η οικονομία, αλλά το πολύ πιο συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που κυριαρχεί επί της πολιτικής. Έτσι έχουμε φθάσει στο σημείο εθνικές κυβερνήσεις και διεθνείς ενώσεις να υποτάσσονται και να εξυπηρετούν κερδοσκοπικά funds και τράπεζες. Μάλιστα αυτό δεν συμβαίνει εξαιτίας (μόνο) της διαφθοράς της ηγεσίας τους ή της ύπαρξης κάποιας φετιχιστικής εμπάθειας απέναντι στους λαούς ή συμπάθειας απέναντι στις τράπεζες. Τα πράγματα έχουν γίνει έτσι ώστε η οικονομία πράγματι να στηρίζεται στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Όπως εύστοχα έχει τονίσει ο Slavoj Zizek: «Η main street (η πραγματική οικονομία) έχει ανάγκη τη Wall street κι όχι το αντίθετο».

Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όμως είναι πως πριν τη φαινομενική αποϊδεολογικοποίηση/οικονομικοποίηση της πολιτικής προηγήθηκε ακριβώς η ιδεολογικοποίηση (ο χρωματισμός, να το πούμε πιο περιγραφικά) της οικονομίας. Δεν είναι γενική κι αόριστη η οικονομία που επιβάλλεται της πολιτικής.  Είναι βασισμένη σε δεύτερο βαθμό στο νεοφιλελεύθερο δόγμα και σε πρώτο στους κεφαλαιοκρατικούς τρόπους παραγωγής. Η οικονομία λοιπόν ,που τονίστηκε παραπάνω πως επιβάλλεται της πολιτικής, δεν είναι κάτι το ουδέτερο, το άχρωμο. Αντίθετα είναι χρωματισμένη με τα προαναφερθέντα στοιχεία. Στον πρώτο βαθμό επικράτησε των φεουδαλικών και πατριαρχικών σχέσεων και στο δεύτερο επικράτησε του κευνσιανισμού και του κεντρικού σχεδιασμού. Να που λανθάνει η ιδεολογία.

Σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο κάτι ανάλογο συνέβη με το φιλελευθερισμό, ο οποίος αποτελεί το βασικό καπιταλιστικό ιδεολογικό όχημα από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα. Αυτός υπερισχύοντας στην πολιτική και κοινωνική ζωή από ιδεολογία μετατράπηκε σε πραγματικότητα. Αναλογικά δηλαδή με τη φαινομενική αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής έχουμε και την αποϊδεολογικοποίηση της ίδιας της ιδεολογίας που το προξένησε, του φιλελευθερισμού. Σήμερα η φιλελεύθερη δημοκρατία δείχνει να έχει εμπεδωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην αποτελεί επιλογή αλλά μια δεδομένη κατάσταση μετουσιωμένη σε πραγματικότητα. Εδώ φαίνεται και η υποκρισία του συστήματος αυτού. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε τις πολιτικές που θα ασκηθούν στο πλαίσιο όμως πάντοτε της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Με άλλα λόγια δεν μπορώ αν και ζω σε συνθήκες «ελευθερίας επιλογής» και «δημοκρατίας» όπως διακηρύσσεται να επιλέξω το ίδιο το σύστημα αλλά αντίθετα όλες μου οι επιλογές είναι εντός αυτού. Με άλλα λόγια, έχω δυνατότητα επιλογής αλλά πάντα στα πλαίσια της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, μόνο δηλαδή σε συνθήκες ελεύθερης αντιπροσώπευσης, δικομματισμού κλπ. Επομένως η ιδεολογία της φιλελεύθερης δημοκρατίας έχει αποϊδεολογικοποιηθεί κι από ιδεολογία (ιδέες απλώς κάποιων ανθρώπων που τις υποστηρίζουν) έχει υψωθεί σε κοινωνικό στάτους (σε ιδέες-στοιχεία που διέπουν το κοινωνικο/πολιτικό μας σύστημα και τα οποία θεωρούμε πλέον ΔΕΔΟΜΕΝΑ). Κι έτσι συνηθίζοντας στις υπάρχουσες δομές και θεωρώντας τις «φυσικό στοιχείο» της σύγχρονης κοινωνίας μας, δυσκολεύει σε πολύ μεγάλο βαθμό η αντιμετώπιση κι αντικατάστασή τους. Πρέπει αντίθετα να αντιληφθούμε τη φιλελεύθερη ιδεολογία που έχει εισδύσει σε τόσες εκφάνσεις της ζωής μας και να κατανοήσουμε τις πραγματικές συνέπειες του γεγονότος αυτού και εν τέλει να την ανατρέψουμε για να φέρουμε κάτι καλύτερο.

Ένα παράδοξο όμως είναι ο τρόπος που πλέον οι υπάρχουσες δομές, το σύστημα, εμποδίζουν την παραπάνω διαδικασία κατανόησης κι ανατροπής. «Θέλετε ιδεολογία; Εγώ θα σας δώσω αυτό που θέλετε» μοιάζει να μας λέει καγχάζοντας. Έτσι προκάλεσε μια νέα ιδεολογία στην οποία και ερείδεται. Ο υπερυψωμένος αποϊδεολογικοποιημένος φιλελευθερισμός στηρίζεται ακριβώς στην ιδεολογικοποίηση της μη ιδεολογίας. Το τελευταίο δηλώνει τη μετουσίωση της άγνοιας (ως προϊόν επιλογής, του τύπου : «δεν ασχολούμαι επειδή δεν με ενδιαφέρει ή έχω και καλύτερα πράγματα να κάνω») σε άποψη, σε στάση ζωής. Αν το γεγονός ότι το «απολιτίκ ήταν το νέο σέξυ» μοιάζει παράξενο, το ότι το απολιτίκ είναι ένα νέο και κυρίαρχο «πολιτίκ» είναι κάτι παραπάνω από παράδοξο. Αντικατοπτρίζει ουσιαστικά τους παραλογισμούς της εποχής μας. Κι όμως σε τέτοιο κόσμο βασίζεται ο φιλελευθερισμός. Είναι σαν την περίφημη σκοτεινή ύλη που υπάρχει στο σύμπαν σύμφωνα με τα διδάγματα της αστροφυσικής. Δεν φαίνεται, δεν βγαίνει στο προσκήνιο, αλλά ουσιαστικά στηρίζει το όλο οικοδόμημα. Αντίθετα είναι μια μειοψηφία εκείνοι οι ακτιβιστές που τρέχουν για τα δικαιώματα, τη βάση του φιλελευθερισμού. (ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, τι ωραία λέξη! Η διαφορά ανάμεσα στο δικαίωμα (αυτό που δίνεται) και στη χειραφέτηση (αυτό που ζητάμε) είναι προφανής. Το πρώτο προϋποθέτει ο δικαιούχος να υπόκειται σε μια ανώτερη αρχή η οποία ακριβώς του παραχωρεί κι εξασφαλίζει το δικαίωμα σε αντιδιαστολή με τη δεύτερη που συνεπάγεται την αυτονομία κι ανεξαρτησία. Αυτή η πλάνη ελευθερίας εξασφαλίζει την επιβίωση του συστήματος.)

Άλλωστε η σχέση του φιλελευθερισμού με το απολιτίκ διαφαίνεται κι από ένα εκ των βασικών κοινών τους στοιχείων. Πρόκειται για την ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα είναι η βάση της ατομικής ελευθερίας (το ζητούμενο κατά τα την εξεταζόμενη ιδεολογία) τουλάχιστον όσον αφορά τις ιδιωτικές και κοινωνικές σχέσεις. Τι πιο ανεκτικό απ’ τον αδιάφορο; «Δεν ασχολούμαι μαζί σου συνάνθρωπε!» αναφωνεί ο σημερινός άνθρωπος. Αδιαφορία λοιπόν κι όχι σεβασμός είναι η βάση της ανεκτικότητας. Έτσι μπορούν δίπλα μου να συμβαίνουν τραγικά πράγματα κι εγώ απλά να τα αγνοώ (με την έννοια όχι της μη γνώσης αλλά της εθελοτυφλίας). Λείπει έτσι η  αλληλεγγύη που σε συνδυασμό με την κριτική ματιά θα οδηγήσει στη χειραφέτηση

Αντίθετα ο αληθινός σεβασμός ως αποτέλεσμα συνειδητοποίησης της υποκριτικότητας της σημερινής μας ανεκτικότητας και της αποδοχής της εκ φύσεως μη ανεκτικότητάς μας, απαιτεί την ειλικρινή κατανόηση της (δεδομένης) διαφορετικότητας και την πίστη στην ισότητα (μόνο σε συνθήκες ισότητας υπάρχει σεβασμός). Όταν θεωρείς τον άλλον κατώτερο τότε πρόκειται για ανοχή ή οίκτο αντί για σεβασμό, ενώ όταν ο άλλος θεωρείται ανώτερος, τότε πρόκειται για φόβο). Αν όμως επικρατούσε σήμερα η πίστη σε όλα αυτά, αν δημιουργούταν αυτό που λέμε κοινωνική συνείδηση και δη πάνω σε οικουμενικές αξίες, αυτό θα προκαλούσε σημαντικότατα προβλήματα στο κοινωνικό μας σύστημα. Αντίθετα αυτό στηρίζεται εκ θεμελίων στην ατομιστική (απόπειρα για) πραγμάτωση της ευτυχίας και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων ο οποίος και μένεις ανεμπόδιστος από τη δήθεν ατομική ελευθερία κι ανεκτικότητα.

 Ούτε η ιστορία έχει τελειώσει, ούτε από ιδεολογία έχουμε ξεμείνει. Είναι εξαιρετικά βολικό για κάποιους να πιστέψουμε σε αυτά. Να περιορίζουμε τη σκέψη μας σε ψευτοδιλήμματα και να ανάγουμε σε πρωτίστης σημασίας δευτερεύουσες διαμάχες. Η Ιδεολογία ενυπάρχει παντού και οι διαφορετικές ιδεολογίες συγκρούονται μεταξύ τους σε κάθε έκφανση της ζωής μας στο βαθμό που σε κάθε έκφανση της ζωής μας συγκρούονται τα συμφέροντα και οι ανάγκες των ανθρώπων από την εξυπηρέτηση των οποίων γεννιώνται και οι ιδεολογίες.
Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Μανιφέστο

του Δημήτρη Μανωλίδη

Εισαγωγή

Όσον αφορά την ανοικοδόμηση της Ελλάδας μέσα από τα ερείπια της, αυτή θα πρέπει να γίνει –νομίζω πως όλοι συμφωνούμε σε αυτό- στη βάση της κοινής αποδοχής ότι η πολιτική που ακολουθείται είναι λανθασμένη, πως όχι μόνο δεν βελτιώνει την κατάσταση της χώρας αλλά κι ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων κι ατόμων, εντός κι εκτός Ελλάδος, καθώς κι ότι το δημόσιο χρέος (η ύπαρξη και η αντιμετώπιση του οποίου αποτελεί τον πυρήνα της προαναφερθείσας πολιτικής) είναι άδικο και μη πληρωτέο, ως προϊόν διαφθοράς, ως προκληθέν από ληστρικούς όρους κι επιτόκια, κι ως αφιερωμένο από το εκάστοτε κυβερνητικό προσωπικό όχι στην ανάπτυξη και την ευημερία του ελληνικού λαού παρά σε προσωπικά έξοδα, χορηγίες σε «κουμπάρους» και «ημέτερους», διευκολύνσεις στην εγχώρια άρχουσα κοινωνικοοικονομική τάξη, διορισμούς και άλλα «ρουσφετολογικά» προϊόντα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας η κρίση υπήρξε πολύτιμη γιατί μας ξύπνησε από τη νάρκη στην οποία βρισκόμασταν. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει γύρω τους. Από τις δομικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, το επιβλαβές για αυτούς έργο των τραπεζών και των πολυεθνικών, τις εγγενείς αντιφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις σκοπιμότητες που κρύβει η ευρωζώνη, μέχρι το τίνος συμφέροντα εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα σημαντική μερίδα του πολιτικού μας προσωπικού καθώς και άλλοι πολλοί που είχαν καρέκλες και εξουσίες (όπως μεγαλοδημοσιογράφοι, αρχι-συνδικαλιστές και άλλοι) και τελικά το πόσο σαθρές ήταν οι βάσεις στις οποίες έχει χτισθεί το νέο-ελληνικό κράτος (εν γένει κι όχι μόνο κατά τη μεταπολίτευση).
Πλέον αφού αντικρίσουμε με τα μάτια ανοιχτά την κατάστασή μας θα πρέπει κιόλας να την αντιμετωπίσουμε. Το ζήτημα είναι όμως όχι να βρούμε όπως άλλοτε παυσίπονα, αλλά να αποχωριστούμε από τα καρκινώματα που μας ταλανίζουν και κινδυνεύουν να μας καταβροχθίσουν.

Φαίνεται λοιπόν ότι η κρίση αποτελεί ευκαιρία για όλους. Το θέμα είναι ποιος θα την αδράξει. Μέχρι τώρα αδρανήσαμε, δεν την αξιοποιήσαμε και χάθηκε έτσι υπερπολύτιμος χρόνος. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν. Είναι γεγονός ότι κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο την «κρίση» μας ώστε να γίνουν ακόμα πιο πλούσιοι στις πλάτες μας. Θα αλλάξουμε λοιπόν το μέλλον -αυτό μόνο μας απομένει που να μεταβάλλεται. Ας αδράξουμε με τη σειρά μας και εμείς, ο Ελληνικός λαός, την ευκαιρία που μας δόθηκε. Τώρα που ξυπνήσαμε απ’ το… όνειρο, όπως αποκαλούσαν την προηγούμενή μας κατάσταση –εγώ μάλλον εφιάλτη θα τη χαρακτήριζα- είμαστε σε θέση να φτιάξουμε την πραγματικότητα όπως εμείς θέλουμε. Να κάνουμε μια νέα αρχή. Να αρχίσουμε την οικοδόμηση μιας πραγματικής χώρας-πρότυπο, την οποία θα κυβερνά ο ίδιος ο λαός της, για το λαό της. Αν μας έμαθε κάτι η ιστορία, τόσο η πρόσφατη όσο και η υπόλοιπη, είναι ότι αυτός που κυβερνά βάζει σε πρώτη μοίρα τα δικά του συμφέροντα. Μέχρι τώρα μας έχουν κυβερνήσει βασιλιάδες, ξένες δυνάμεις, δικτάτορες, εντολοδόχοι, ανίκανοι, αφελείς, επενδυτές και δανειστές. Όλοι απέτυχαν, όλες οι συνταγές τους απέτυχαν. Όχι βέβαια ότι δεν πέτυχαν τους κατά καιρούς δικούς τους στόχους. Απλώς δεν κατάφεραν τους αντικειμενικούς και τυπικούς στόχους του κυβερνώντος υπό συνθήκες δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας, την ευημερία του λαού. Μάλλον ήρθε η ώρα λοιπόν να δοκιμαστεί και ο λαός. Δηλαδή να χειραφετηθεί από τους δυνάστες του και να αποκτήσει επιτέλους το αυτεξούσιο.

Περί του πρακτέου
Μια τέτοια οικοδόμηση θα πρέπει να ξεκινήσει με
το ξαλάφρωμα από λάθη του παρελθόντος. Πρώτο και μεγαλύτερο λάθος είναι το δημόσιο χρέος. Αυτό είναι αφ’ ενός το εργαλείο που χρησιμοποιούν για να περνούν τις πολιτικές τους κι αφ’ ετέρου το εμπόδιο στο να ξεκινήσει η εξυγίανση της οικονομίας μας στη βάση του πρωτογενούς πλεονάσματος (στην εισήγηση του προϋπολογισμού του 2012 , παραπάνω απ’ το 50% θα αφιερωθεί στην αποπληρωμή χρεολυσίων και τόκων). Έτσι η κήρυξη στάσης πληρωμών μοιάζει μονόδρομος. Όπως έχουν κάνει κι άλλα κράτη που σέβονται τον εαυτό τους και κυρίως το λαό τους έτσι κι εμείς θα πρέπει να πούμε στους δανειστές μας ότι δεν γίνεται να πεινάσει ο λαός μας για να εξυπηρετήσουμε στο ακέραιο τα (επαχθή και απεχθή) χρέη μας. Πάνω σε αυτή τη βάση θα πρέπει να εξεταστεί η διαγραφή σημαντικού μέρους του χρέους (ή και ολόκληρου) και η αποπληρωμή του με ευνοϊκότερους όρους σε βαθμό πάντα που δεν θα βγαίνει σε βάρος της ανάπτυξης της χώρας και της ζωής των πολιτών της. Η ασυνέπεια στην εξυπηρέτηση των χρεών δεν μεταφράζεται, όπως λανθασμένα υποστηρίζουν πολλοί, με απομόνωση από τις άλλες χώρες και τις αγορές. Η ίδια η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος «αθετητής» πληρωμών, και δεν μου φαίνεται ούτε απομονωμένη ούτε υπανάπτυκτη. Αντιθέτως, τώρα η Ελλάδα είναι πιο απομονωμένη από ποτέ. Ο παρίας της Ευρώπης (της Ευρώπης γιατί οι διπλωματικές μας σχέσεις τις τελευταίες δεκαετίας περιορίστηκαν μόνο σε ευρωπαϊκά κράτη).

Επόμενο βήμα είναι η έξοδος από την ευρωζώνη. Με τη νέα δραχμή θα μπορούμε επιτέλους να έχουμε όλα τα οικονομικά εργαλεία για να αντιμετωπίσουμε την κρίση, τόσο δηλαδή τον έλεγχο της νομισματικής μας πολιτικής (που και τυπικά είχε η Ευρώπη λόγω του ευρώ) όσο και εκείνον της δημοσιονομικής (που λόγω του Συμφώνου Σταθερότητας είχε και πάλι η Ευρώπη). Το κράτος θα μπορεί να τυπώνει επιπλέον χρήμα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας του (όπως έκανε και ο Ομπάμα) ώστε όπως τονίζουν και οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι να αρχίσει να ρέει χρήμα στην αγορά, να τονωθεί η ζήτηση και η κατανάλωση. Αντίθετα αυτή τη στιγμή η ΕΚΤ δεν κάνει κάτι τέτοιο καθώς ελέγχεται από τη Γερμανία που πάσχει από το «σύνδρομο της Βαϋμάρης». Ενθυμούμενη δηλαδή τις τραγικές συνέπειες της άθλιας οικονομικής της κατάστασης (της οποίας ο πληθωρισμός ήταν περισσότερο σύμπτωμα παρά αίτιο) εκείνην την εποχή  (1919- 1933)  , αποφεύγει ακόμα και σήμερα, πάση θυσία, κάθε επιλογή που μπορεί να οδηγήσει στην αύξησή του.
Η νέα δραχμή, σαφώς με μικρότερη συναλλαγματική αξία θα μειώσει αυτόματα τις εισαγωγές και θα τονώσει τις εξαγωγές, καθότι θα είναι πιο ακριβά τα ξένα προϊόντα και πιο φθηνά τα ελληνικά προς τους ξένους (πάντα με τους κατάλληλους χειρισμούς).

Όλα αυτά όμως θα πρέπει να συνδυαστούν πολύ προσεκτικά με άλλες τρεις ταυτόχρονες κινήσεις: 1) τον έλεγχο των κεφαλαιακών ροών και εν γένει του τραπεζικού συστήματος,
2) την ανοικοδόμηση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας και την οικοδόμηση βιομηχανικήςεπαφές με το εξωτερικό για την εξασφάλιση ανταλλαγής αγαθών και φιλικών σχέσεων. πλέον οικονομίας και 3)

Έλεγχος χρηματοπιστωτικού συστήματος

Το ελληνικό κράτος θα πρέπει να επιδιώξει πρώτα απ’ όλα να ελέγξει και να εμποδίσει την πιθανή έξοδο κεφαλαίων απ’ τη χώρα. Είναι πραγματικός ο κίνδυνος να βγάλουν κάποιοι τα χρήματά τους σε ευρώ και αφού γίνει η μετάβαση στη δραχμή και τα επαναφέρουν, να έχουν γίνει 3 φορές πιο πλούσιοι λόγω της ισοτιμίας. Έτσι το κυρίαρχο κράτος οφείλει να εμποδίσει περαιτέρω εκροές κεφαλαίων και να φορολογήσει όσα ήδη έχουν εξέλθει με μεγάλο συντελεστή. Στο ερώτημα του πώς θα μάθουμε ποιοι είναι αυτοί που ήδη έχουν βγάλει τα χρήματά τους και τι πόσα εξήγαγαν αυτοί, η απάντηση είναι απλή. Οι κινήσεις αυτές έγιναν ως επί το πλείστον μέσω τραπεζών. Το ελληνικό κράτος έτσι θα πρέπει να προβεί στην εθνικοποίηση πρωτίστως της Τράπεζας της Ελλάδος κι έπειτα και των άλλων τραπεζών. Με αυτόν τον τρόπο θα έχει όσα στοιχεία χρειάζεται. Εκτός αυτού θα εξασφαλισθούν έτσι και οι καταθέσεις των πολιτών, και θα εμποδισθεί η κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών που θα βρεθούν εκτεθειμένες μετά από τη στάση πληρωμών, καθώς είναι γνωστό πως σημαντικό μέρος του δημοσίου χρέους είναι απέναντι σε αυτές. Με το που πάρει το κράτος στα χέρια του τις τράπεζες, θα έχει μια επιπλέον καταπληκτική ευκαιρία: να εφαρμόσει, σαν ένας σύγχρονος Σόλωνας, μια νέα σεισάχθεια. Να χαρίσει δηλαδή ή έστω να μειώσει και να επιμηκύνει τα χρέη των νοικοκυριών, ώστε εκείνα να ορθοποδήσουν πιο εύκολα και γρήγορα.

Ανοικοδόμηση της οικονομίας-παραγωγική ανασυγκρότηση

Το ελληνικό κράτος θα πρέπει να προσπαθήσει όχι μόνο να ανοικοδομήσει την αγροτική οικονομία που είχε πριν την είσοδο στην ΕΟΚ το 1980, όχι μόνο να τη βελτιώσει με στόχο την αυτάρκειά του πρώτα, κι έπειτα, την αύξηση των εξαγωγών, αλλά να αποκτήσει πλέον και βιομηχανική παραγωγή, για τους ίδιους λόγους. Η Ελλάδα είχε πάντοτε μια ισχυρή αγροτική οικονομία και οι εξαγωγές γεωργικών προϊόντων αποτελούσαν σημαντικό έσοδο για την ελληνική κοινωνία. Όλα αυτά μέχρι την είσοδό μας στην ΕΕ, οπότε με την έκθεση της ελληνικής οικονομίας στην ανοιχτή ευρωπαϊκή αγορά και δεδομένης της χαμηλής της ανταγωνιστικότητας, η αγροτική παραγωγή μειώθηκε σημαντικά. Αυτό μεταφράστηκε με μείωση των εξαγωγών και αύξηση των εισαγωγών. Σημαντικοί τομείς της οικονομίας μας υποβαθμίστηκαν (όπως η ζάχαρη στη Λάρισα, τα ροδάκινα στην Ημαθία κλπ). Το κράτος λοιπόν θα πρέπει να οργανώσει αυτήν την ανοικοδόμηση με δύο τρόπους. Πρώτα απ’ όλα με έναν δικό του κεντρικό σχεδιασμό, κι έπειτα με το να επιτρέψει και να ενισχύσει την (σε ελεγχόμενα πλέον επίπεδα) ιδιωτική πρωτοβουλία.

Στο πρώτο επίπεδο, μπορεί να ξεκινήσει με την οργάνωση αγροτικής παραγωγής σε δημόσια γη. Έτσι πέρα από τα άμεσα οφέλη της παραγωγής αγαθών, θα δημιουργήσει επιπλέον νέες θέσεις εργασίας και θα απορροφήσει μερικούς από τους εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους πολίτες που έχει σήμερα. Στη συνέχεια θα μπορούσε να οργανώσει βιομηχανικές μονάδες με τον ίδιο τρόπο και με τους ίδιους σκοπούς. Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, έτσι το κράτος θα παράγει ακριβώς όσα χρειάζεται για τις ιδίες του τις ανάγκες καθώς και για τις εξαγωγές του και δεν θα πετιέται τίποτα, θα υπάρχει δηλαδή ένας κεντρικός σχεδιασμός. Για να γίνουν όλα αυτά θα πρέπει να κρατικοποιηθούν και οι ήδη υπάρχουσες μεγάλες βιομηχανίες και τα εργοστάσια καθώς και τα «τσιφλίκια».

Αν και δημόσιοι υπάλληλοι οι εργαζόμενοι σε αυτές τις θέσεις θα τελούν υπό συνθήκες αυτοδιοίκησης. Σίγουρα το κράτος θα εποπτεύει και θα αξιολογεί, ωστόσο καλό είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να αποφασίζουν το τι θα συμβαίνει στο χώρο εργασίας τους με συνελεύσεις και δημοκρατικά εκλεγμένα και ανακλητά όργανα όπως επιτροπές. Για την εξασφάλιση δε της παραγωγικότητάς τους θα μπορούσαν να συνδεθούν οι μισθοί τους με το χρόνο και το ζήλο που ο καθένας θα αφιερώνει και με τα αποτελέσματα της δουλειάς του, δηλαδή αυτά που θα έχουν παραχθεί χάρις σε αυτόν (βάσει υπολογισμών).

Στο δεύτερο επίπεδο, απ’ την άλλη, το κράτος θα μπορούσε να κάνει έναν αναδασμό της γης και να μοιράσει αγροτεμάχια με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (όπως εμπειρία από παρόμοιες δουλειές, οικογενειακή κατάσταση, οικονομική κατάσταση) σε πολίτες του. Αντί να ζητήσει οποιουδήποτε είδους νοίκι θα μπορούσε να κρατήσει την ψιλή κυριότητα των εδαφών αυτών και να παραχωρήσει μόνο την επικαρπία, η διατήρηση της οποίας θα μπορούσε να συνδεθεί με ορισμένους minimum παραγωγικούς στόχους, ώστε να εξασφαλισθεί η σωστή και συνετή διαχείρισή τους. Παρά την απαγόρευση της μεταβίβασής τους, θα ήταν καλό όχι μόνο να επιτρέπεται αλλά και να ενισχύεται κάθε προσπάθεια συνεργασίας μεταξύ των παραπάνω δικαιούχων και δημιουργία συνεταιρισμών. Θα μπορούσε επίσης να πουλήσει στους παραπάνω, εργαλεία, μηχανήματα, σπόρους, λιπάσματα κλπ, και αυτοί να τα ξεχρεώσουν με δόσεις ανάλογα με τα κέρδη τους.
Βεβαίως και οι ιδιώτες θα εντάσσονται στον κεντρικό σχεδιασμό καθότι θα πρέπει να δηλώνουν πόσα και τι μπορούν να παράγουν και πόσα τελικά θα έχουν παράξει.

Εξωτερική πολιτική
Η Ελλάδα θα πρέπει να θυμηθεί άλλες εποχές και να διευρύνει το διπλωματικό πεδίο στο οποίο θα κινείται αναθεωρώντας σταθερές για φίλους και εχθρούς, συνεργάτες και ανταγωνιστές. Η συνεργασία με ομοειδείς περιπτώσεις είναι επιβεβλημένη. Ο ευρωπαϊκός νότος (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία) που βιώνει κι αυτός ανάλογα με εμάς αδιέξοδα και θα επηρεαστεί σίγουρα από την αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα, είναι δυνητικά η περιοχή που ενδείκνυται να κινηθεί πρώτα η ελληνική διπλωματία. Συμφωνίες για ανταλλαγές προϊόντων και για αλληλοϋποστήριξη στους διεθνείς οργανισμούς είναι λίγα από αυτά που θα μπορούσαμε να κάνουμε μαζί. Έπειτα όμως υπάρχουν αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία και η Αργεντινή που έχουν ανάγκη από νέες αγορές να διοχετεύσουν τα προϊόντα τους (και για αυτό θα το κάνουν σε προνομιακές τιμές) από τα οποία η Ελλάδα θα διαλέξει αυτά που αρχικά τουλάχιστον δεν θα μπορεί να παράξει.  Υπάρχουν επίσης οι χώρες των Βαλκανίων, η Τουρκία αλλά και εκείνες της βόρειας Αφρικής (ειδικά αυτές με τα νέα, πιο φιλελεύθερα καθεστώτα)που θα ήταν καλοί συνέταιροι στη χάραξη μιας πολιτική αξιοπρέπειας στη βάση της ανεξαρτησίας από τις εθνικές και πολυεθνικές υπερδυνάμεις και καλοί πελάτες των ελληνικών προϊόντων. Επίσης οι καλές σχέσεις με την Τουρκία μπορούν να οδηγήσουν και στην αμοιβαία ελάφρυνση του οπλοστασίου των δύο κρατών και να μειωθεί κι έτσι ο προϋπολογισμός για τις ετήσιες δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς και άλλα συναφή. Τέλος υπάρχουν και χώρες στη Λατινική και Κεντρική Αμερική όπως η Κούβα, η Βενεζουέλα, ο Ισημερινός και η Βολιβία, οι οποίες ακολουθούν επίσης αντι-ιμπεριαλιστική και λαϊκή συνάμα πολιτική. Πρόκειται για επίσης ομοειδείς περιπτώσεις (υπο την προϋπόθεση πάντα να ακολουθήσει η Ελλάδα την προτεινόμενη πολιτική) που όπως έκαναν και μεταξύ τους θα δεχθούν να συνεργαστούν με τη χειραφετημένη Ελλάδα.

Εισοδηματική πολιτική
Το ελληνικό κράτος για να ορθοποδήσει και να πραγματοποιήσει τα προαναφερθέντα θα χρειαστεί χρήματα. «Δεν υπάρχει σάλιο» διακηρύττουν με δραματικό τόνο οι τωρινοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Κι όμως , «λεφτά υπάρχουν». Πού λοιπό θα τα βρούμε ενδεικτικά:

      1.Φορολόγηση με μεγάλους συντελεστές των ελληνικών κεφαλαίων που βρίσκονται στην αλλοδαπή.
2.Δίκαιη φορολόγηση γενικά με βάση πρωτίστως το εισόδημα, έπειτα την εκμεταλλευόμενη περιουσία και μετέπειτα γενικότερα την περιουσία.
3.Απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας με εξαίρεση τους χώρους λατρείας με τον καθορισμό, παράλληλα, ορίου στον αριθμό των υπαρχουσών εκκλησιών.
4.Φορολόγηση της εκκλησίας με βάση τα ετήσια γενικά εισοδήματά της.
5.Κατάργηση της λειτουργίας των υπεράκτιων εταιρειών, των offshore. Δέσμευση από το κράτος όλης της περιουσίας που τους ανήκει. Να ζητήσει αποδείξεις κυριότητας και πόθεν έσχες αυτών των περιουσιακών στοιχείων από τα φυσικά πρόσωπα που θα τα διεκδικήσουν. Όποιος αποδείξει ότι είναι δικά του νόμιμα, τότε θα του αποδίδονται αφού φορολογηθούν δεόντως, διαφορετικά κατάσχεση υπέρ του δημοσίου όλων των περιουσιακών στοιχείων που δεν έχουν αποκτηθεί νόμιμα, ή οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούν να τα διεκδικήσουν νόμιμα.
6.Εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και των λοιπών πόρων της χώρας. Έμφαση στις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας όπως την αιολική και την ηλιακή, με στόχο πρώτα την αυτάρκεια κι έπειτα την εξαγωγή ενέργειας.
7.Θέσπιση ανώτατου ορίου ευρωστίας. Όποιου η περιουσία θα υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο θα κατάσχεται το υπερβαίνον μέρος της από το κράτος.
8.Υψηλή φορολόγηση της μεγάλης κληρονομιάς με στόχο πέρα από τα κρατικά έσοδα την κοινωνική δικαιοσύνη και την καταπολέμηση της διαιώνισης των ανισοτήτων.
9.Υψηλή έμμεση φορολόγηση στα μέσα πολυτελείας σε αντιδιαστολή με τη μειωμένη ως και μηδενική φορολόγηση των αναγκαίων αγαθών.
10.Μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του τουρισμού. Προβολή μνημείων και ανάδειξη της ελληνικής κουλτούρας και παράδοσης. Καταπολέμηση της αισχροκέρδιας (όχι μόνο απέναντι στους τουρίστες αλλά και γενικότερα)
11.Υψηλοί δασμοί στις εισαγωγές: α)προϊόντων που παράγονται ΚΑΙ στην Ελλάδα και β) προϊόντων πολυτελείας (όπως ακριβά αμάξια κλπ)

Κοινωνικό κράτοςΤο κράτος θα πρέπει όχι απλά να ακολουθεί μια κοινωνική πολιτική αλλά να παρεμβαίνει καθοριστικά στην οικονομική ζωή. Εν έτει 2012 δεν πρέπει καν να τίθεται θέμα παροχής δημοσίων αγαθών. Νερό, ρεύμα, θέρμανση, πρόσβαση στο διαδίκτυο, ασφάλιση είναι μερικά από τα άυλα αγαθά που οφείλει να παρέχει δωρεάν το κράτος στους πολίτες του. Σε ένα «συνετό» κράτος λοιπόν σαν αυτό που θέλουμε να οικοδομήσουμε, θα υπάρχουν κέντρα σίτισης όπου ο κόσμος θα μπορεί να τρώει δωρεάν (όπως είναι προς το παρόν για τους φοιτητές οι πανεπιστημιακές λέσχες). Θα δίνονται επιδόματα ανεργίας σε όλους τους ανέργους κατ’ αρχήν για 6 μήνες κι έπειτα θα μπορούν να ανανεωθούν για τουλάχιστον 3 μήνες προσκομίζοντας οι δικαιούχοι συγκεκριμένα έγγραφα που θα αποδεικνύουν ότι ζήτησαν τουλάχιστον x φορές δουλειά κι ότι απλά απορρίφθηκαν. Έτσι θα αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος πολίτες να μην ενδιαφέρονται να ξαναβρούν δουλειά καθότι θα ζουν με τα επιδόματα που τους δίνονται. Οι πολύτεκνες οικογένειες θα στηρίζονται από το κράτος με επιπλέον επιδόματα για το κάθε παιδί μέχρι αυτό να φθάσει στην ηλικία των 20 ετών. Θα παρέχονται άδειες μητρότητας καθώς και κρατικά επιδόματα μητρότητας (για να μην επιβαρύνεται το αφεντικό) σε κάθε εργαζόμενη. Άλλη μια παρέμβαση του κράτους θα είναι η αυστηρή αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας και του παρεμπορίου, η ρύθμιση και η συγκράτηση των τιμών σε συγκεκριμένο επίπεδο και η αυστηρότατη αντιμετώπιση κι απαγόρευση των καρτέλ. Το κράτος τέλος οφείλει να παρέχει δωρεάν περίθαλψη και εκπαίδευση σε όλους. Το τελευταίο συνδυάζεται με την απαγόρευση της λειτουργίας φροντιστηρίων και ιδιωτικών σχολείων.

Δημόσιος τομέας
Πολύς λόγος έχει γίνει για το δημόσιο τομέα. Αν και αναλογικά με τον πληθυσμό και το μέγεθος της χώρας δεν είναι τεράστιος (όπως υπογραμμίζει η κυρίαρχη προπαγάνδα), είναι αλήθεια ότι χαρακτηρίζεται από γραφειοκρατία και χαμηλή παραγωγικότητα. Παράλληλα συμβαίνει το παράδοξο σε πολλούς τομείς να περισσεύουν άτομα και σε άλλους να μην υπάρχει προσωπικό. Το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να ξαναστηθεί απ’ την αρχή με ορθολογικό, αξιοκρατικό και αποτελεσματικό τρόπο. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει παρά σταδιακά και με προσοχή. Δεν πρέπει ούτε να προκληθούν ταραχές, ούτε να βρεθεί κόσμος χωρίς δουλειά. Για τους νέους διορισμούς θα καθορισθούν διαγωνισμοί σαν εκείνον του ΑΣΕΠ, στους οποίους ο υποψήφιος θα καλείται να αποδείξει τόσο το κατά πόσο γνωρίζει το αντικείμενο της θέσης που διεκδικεί όσο και κάποιο γενικό γνωστικό επίπεδο. Όσον αφορά τους ήδη υπάρχοντες υπαλλήλους εκεί τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Είναι προφανές ότι στους τομείς που υπάρχουν περισσότεροι απ’ όσοι χρειάζονται, κάποιοι θα πρέπει να φύγουν. Το ποιοι είναι αυτοί μπορεί να κριθεί από μια διαδικασία αξιολόγησης. Ποιος όμως είναι σε θέση (τόσο από άποψη ικανότητας όσο και αντικειμενικότητας) να τους κρίνει; (θα μπορούσαν να κριθούν από μια μικτή επιτροπή από τεχνοκράτες-ειδικούς για τον ανάλογο τομέα και από πολίτες που θα επιλεχθούν με κλήρωση και που θα απαγορεύεται να είναι συγγενείς ως και τρίτου βαθμού ή έστω «συντοπίτες» με τους αξιολογούμενους). Για τους «περισσεύοντες» ηλικίας έως και 40 ετών (ανάλογα και με το αντικείμενο) θα μπορούσαν να οργανωθούν σεμινάρια που να προετοιμάσουν για μεταθέσεις στους τομείς που σημειώνεται ανεπάρκεια προσωπικού. Οι υπόλοιποι θα βρεθούν εκτός δημοσίου, θα έχουν όμως εξασφαλισμένο ένα επαρκέστατο επίδομα για τουλάχιστον 6 μήνες (με δυνατότητα παράτασης με την ένδειξη εγγράφου από τους εργοδότες από τους οποίους ζήτησαν εργασία) μέχρι να βρουν εργασία κάπου αλλού.
Για την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας, πέρα από τις τροποποιήσεις και την απλοποίηση που πρέπει να γίνουν σε πολλές διαδικασίες, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί το διαδίκτυο, η ηλεκτρονική φορολογική δήλωση αποτελεί ήδη μια κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση.
Τέλος θα πρέπει να υπάρξει και μια εξισορρόπηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων στα πλαίσια της οικονομικής δικαιοσύνης που θα εφαρμοσθεί. Τόσο οι μισθοί των 500 και 600 ευρώ όσο και εκείνοι των 5000 και των 6000 είναι απορριπτέοι.

Στην τελική
όλα αυτά θα οδηγήσουν στην αλλαγή της σχέσης του κράτους με τον πολίτη. Το κράτος πρέπει να είναι δίπλα στον πολίτη. Οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να βλέπουν το κράτος απέναντί τους, ως εχθρό. Ο πολίτης, ο κάθε πολίτης είναι οργανικό κομμάτι του κράτους. Και το κράτος, το δημοκρατικά ελεγχόμενο απ' το λαό του κράτος θα τον οδηγήσει στην κοινωνική πρόοδο, στη δικαιοσύνη και στην πραγμάτωση της ισότητας. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν μετασχηματισμό της ουσίας του κράτους όπως η αυτή διαμορφώθηκε τους τελευταίους αιώνες.


Στόχος της όλης κίνησης δεν είναι μόνο η οικονομική άνθηση της Ελλάδος, οικονομική άνθηση έχει άλλωστε και η Κίνα. Όμως ποιος ευνοείται από αυτήν; Προφανώς όχι ο λαός της. Στόχος είναι λοιπόν η ευημερία ολόκληρου του λαού της Ελλάδος (κατ’ αρχήν). Για να επιτευχθεί αυτό το νέο σύστημα θα πρέπει να έχει σταθερές ηθικές βάσεις. Θα πρέπει να είναι δίκαιο. Γιατί υπάρχει άραγε τίποτα πιο δίκαιο από την αυτοδιαχείριση; από το να μπορεί ο κάθε λαός να αποφασίζει ο ίδιος τι θα κάνει και να μην ετεροκαθορίζεται; Έτσι η απάντηση είναι περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη συμμετοχή του λαού στη διακυβέρνηση. Οφείλουμε όμως να προχωρήσουμε περαιτέρω. Η δημοκρατία θα πρέπει να ξεπεράσει το πολιτικό επίπεδο και να υπεισέλθει τόσο στο οικονομικό όσο και στο κοινωνικό. Γιατί

Πρέπει να τονισθεί ότι ουδεμία σχέση έχει η χάραξη μιας τέτοιας πολιτικής από εθνικιστικές ιδέες. Γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος δεν είναι τόσο εθνικός παρά ταξικός. Δεν πλήττονται όλοι οι Έλληνες από την κρίση, ούτε όλοι οι Ιταλοί, ούτε όλοι Ισπανοί. Αντίθετα οι ντόπιες αστικές τους τάξεις ευνοούνται από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που εφαρμόζεται στις χώρες τους. Έτσι ο κάθε Μπόμπολας ή Βωβός, ή Βαρδινογιάννης μόνο κερδισμένοι βγαίνουν από όλα αυτά (όχι μόνο τώρα αλλά γενικότερα από το σύνολο των αποφάσεων που λάμβανε η χώρα μας, όπως είναι η συμμετοχή στην ΕΕ και το ευρώ). Ο λόγος που το όλο εγχείρημα που περιγράφεται επικεντρώνεται γύρω από την Ελλάδα δεν είναι (εθνικο)ιδεολογικός παρά (πέρα για πέρα) πρακτικός. Όσο δύσκολο είναι να αλλάξει κάποιος την κατάσταση σε μια χώρα, πολλαπλάσια δύσκολο είναι να την αλλάξει γενικώς. Θα ήταν εργώδες να συνεννοηθούν τόσοι άνθρωποι από τόσες χώρες και να κάνουν ίδιες κινήσεις, να έχουν ίδιες τακτικές και έπειτα ίδιες πολιτικές. Έπειτα δεν είναι αμφισβητήσιμο πως αν «αλωθεί» απ’ το λαό της η Ελλάδα, πολλές χώρες θα επηρεαστούν και θα έχουμε αναβρασμούς και διεκδικήσεις. Ειδικά σε ομοειδείς με την Ελλάδα περιπτώσεις. Επομένως, θα δοθεί έτσι το έναυσμα για μια μεγαλύτερη κίνηση σε διεθνές επίπεδο αυτή τη φορά.
Θα μεταφερθείτε στη νέα σελίδα σε

Δευτερόλεπτα
Από το Blogger.

η πολιτική/κρίση στο mail σας!


Θεματικές:

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________