Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Οι κατακτήσεις γίνονται με αγώνες κι όχι με πανηγύρια. Του Δημήτρη Μανωλίδη

Στη σημερινή κοινωνία, την κοινωνία των διαιρέσεων, των διακρίσεων και της εκμετάλλευσης, μια από τις ομάδες που αναμφίβολα καταπιέζονται είναι εκείνες που οι σεξουαλικές της επιλογές δεν συνάδουν με τις κυρίαρχες νόρμες. Επομένως κατ’ αρχήν ως αίτημα είναι προφανέστατα εύλογο το να διεκδικούν ίση αντιμετώπιση κι αναγνώριση οι άνθρωποι με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Με αφορμή όμως την καθιερωμένη παρέλαση της σχετικής κοινότητας μαζί με τους αλληλέγγυους της, άνοιξε ένας ενδιαφέρον διάλογος σχετικά με την ποιότητα και την αποτελεσματικότητά του ως μέσο. Και δικαιολογημένα υπήρξε έντονη αντίδραση ενάντια στην πρακτική αυτή, κατ’ εμέ για τους κάτωθι λόγους.

Πρώτα απ’ όλα δεν έχει αποτελεσματικότητα η ίδια η αντίληψη της παρέλασης ως μέσου. Πρόδηλος στόχος της είναι απλώς να προκαλέσει τα συντηρητικότερα μέρη της κοινωνίας, κάτι που είναι σίγουρα απολαυστικό συνάμα όμως και απρόσφορο. Το ακροατήριο υποτίθεται της γκέι κοινότητας είναι αφ’ ενός η κοινωνία κι αφ’ ετέρου η εξουσία. Έτσι όμως απομονώνεται απ την πρώτη αναλωνόμενη σε μια επιδεικτική έξαρση της ιδιαιτερότητάς της κι απ’ την άλλη επιτρέπει στην εξουσία να την αγνοεί λόγω της πλήρους ακινδυνότητας του μέσου αυτού απέναντί της.
Επιπλέον, κάθε μέσο, ως πρακτική σηματοδοτεί ορισμένα πράγματα και καλλιεργεί λογικές και συνειδήσεις. Αυτό που καλλιεργεί το γκέι παρέιντ είναι η λογική όχι του αγώνα αλλά του πανηγυριού. Κυρίως με την έννοια της ευκολίας, του ωχαδελφισμού και της διασκέδασης: το κάνουμε μια φορά το χρόνο και περνάμε καλά. Ένας αποτελεσματικός αγώνας όμως απαιτεί διάρκεια, ένταση, κόπο και σχέδιο. Προφανώς δεν λέω να τη βγάζουμε με μέλανα ζωμό και να τρέχουμε στα βουνά (ακόμα) αλλά να αποτελεί πυξίδα μας όχι το εύκολο μα το σωστό. Κι εν προκειμένω το παρέιντ όχι μόνο εντάσσεται στην πρώτη κατηγορία αλλά αναπαράγει και τη λογική αυτής. Και είναι η επικίνδυνη λογική του ατομισμού.

Εκτός των παραπάνω αυτή προκύπτει και απ το ότι οι συμμετέχοντες ουσιαστικά δεν αγωνίζονται για τα προβλήματα της ομάδας τους παρά απλώς ξεσπάνε, ως αντίδραση στην καταπίεση που εισπράττουν. Θα μπορούσε κάποιος να δει σε αυτό τα στοιχεία του λακανικού πασάτζ α λακτ: με την έννοια ότι είναι μια αλόγιστη-ασυνείδητη αντίδραση. Δεν εξυπηρετούν λοιπόν τις ανάγκες της ομάδας της κοινότητας αλλά μόνο τα ψυχολογικά του καθενός.

Σημαντικό όμως ζήτημα είναι και ο χαρακτήρας που λαμβάνει, που τείνει να είναι απολιτικ αλλά κι επικίνδυνος. Ιδωμένο αποκομμένο από το ευρύτερο ζήτημα της ισότητας και της ελευθερίας πρόκειται για έναν αγώνα μερικό κι αποσπασματικό. Αυτό όμως δεν είναι μόνο ζήτημα ποσοτικό παρά του προσδίδει κι ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Καθιστά το ζήτημα της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης μονόπλευρα σεξουαλικό απομονώνοντας το απ τις υπόλοιπες εκφάνσεις. Καλώς ή κακώς όμως όλα συνδέονται και η σεξουαλικότητα δεν είναι ζήτημα ατομικό αλλά κοινωνικό: στο βαθμό που δεν μένει μόνο στο κεφάλι κάποιου αλλά εκφράζεται κι εξωτερικεύεται. Όσο απομονώνεται ως ζήτημα από τα ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, τόσο λιγότεροι θα είναι οι σύμμαχοι της γκέι κοινότητας. Ακόμα όμως σημαντικότερο: τόσο δυσκολότερα θα μπορέσει να έχει αποτέλεσμα ο αγώνας τους, καθώς μόνο αν εντάξουν το πρόβλημα τους σε ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα καταπίεσης κι ανισότητας θα ανιχνεύσουν την αιτία του αλλά και τους τρόπους υπέρβασής του.

Δίνει δε στους συμμετέχοντες και στους ασχολούμενους μια ψευδαίσθηση ενεργοποίησης κι ενασχόλησης, οι οποίοι βαυκαλιζόμενοι ότι αυτό είναι πολιτικός ή κοινωνικός αγώνας στην πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτα.

Κλείνοντας, οι απαντήσεις στο γιατί επιλέγεται ένα τέτοιο άστοχο μέσο θα πρέπει να αναζητηθούν σε δύο παράγοντες: στην αυτό-αντίληψη που έχει η γκέι κοινότητα και στη σχέση των πολιτικών χώρων με αυτή.

Δυστυχώς οι πλείστοι των ομοφυλοφίλων δεν πιστεύουν ούτε οι ίδιοι σε αυτό για το οποίο υποστηρίζουν πως παλεύουν: αντιμετωπίζουν την κατάστασή τους ως εξαίρεση, ως κάτι μη-κανονικό, όχι απαραίτητα συνειδητά. Αυτό προφανώς είναι αποτέλεσμα των επικρατουσών κοινωνικών αντιλήψεων οι οποίες είναι πολύ δύσκολο να μην αφομοιωθούν απ’ το επιμέρους άτομο. Είναι επίσης αποτέλεσμα της μη εμβάθυνσης κι οργάνωσης της κοινότητας ώστε να αποκτήσει δική της συνείδηση με βάση τα συμφέροντά της. Αυτής λοιπόν της ετεροκαθοριζόμενης αντίληψης απότοκο είναι το προκλητικό και το αντιαισθητικό ως μέσο πάλης, γιατί η άλλη επιλογή που προκύπτει απ τα, με βάση τα παραπάνω, εργαλεία τους είναι η αφασία. Έτσι λοιπόν επιλέγονται τα πανηγύρια.

Απ την άλλη, αφ’ ενός η ατομιστική κι αφ’ ετέρου η απολίτικη-αποσπασματική αντίληψη, οφείλονται στην ιδεολογική κυριαρχία του φιλελευθερισμού και αντίστροφα στη μη προσπάθεια (ή έστω στη μη επιτυχημένη προσπάθεια) εγκόλπωσης των αιτημάτων της κοινότητας από ένα αριστερό υποκείμενο. Αυτό γιατί ο φιλελευθερισμός είναι που υποβαθμίζει αιτήματα για την ισότητα σε απλή «διεκδίκηση δικαιωμάτων», εντάσσοντας τα στο υφιστάμενο πλαίσιο, κι άρα μετατρέποντας τα σε μια ντεκαφεϊνέ/ αλα καρτ νομική ισότητα. Και πράγματι ο αγώνας της γκέι κοινότητας κινείται σε τέτοια διάσταση, ακόμα κι αν δραστηριοποιούνται στο πλαίσιό της αριστερές οργανώσεις. Αυτό δεν έχει να κάνει βέβαια μόνο με τις επιλογές της κοινότητας, αλλά και με την ύπαρξη (ή μάλλον τη μη-ύπαρξη) ενός μεγάλου αριστερού υποκειμένου ή κινήματος που να κάνει λόγο για πραγματικές κοινωνικές ρήξεις και ριζοσπαστική ισότητα κι ελευθερία (κάτι που κατά την άποψη του γράφοντος, μόνο κομμουνισμός ονομάζεται). Ένα τέτοιο υποκείμενο θα μπορούσε να στεγάσει τους αγώνες της γκέι κοινότητας, και να τους ενορχηστρώσει μαζί με τους αγώνες των υπόλοιπων καταπιεζόμενων ομάδων σήμερα.
Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Ελληνικό Πανεπιστήμιο ΑΕ: οι 4 πληγές της τριτοβάθμιας της κρίσης. Του Δημήτρη Μανωλίδη

Η κατάσταση στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν διαφέρει πολύ από εκείνη στην ελληνική κοινωνία εν γένει. Προφανώς αυτό δεν συμβαίνει συμπτωματικά, παρά οφείλεται στην άρρηκτη σύνδεση μεταξύ τους. Τα συνολικά προβλήματα εξειδικεύονται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο στο μικρόκοσμο του πανεπιστημίου: υποχρηματοδότηση, εμπορευματοποίηση, υποβάθμιση δομών, σπουδών και πτυχίων, εντατικοποίηση και «σχολειοποίηση» συναπαρτίζουν μια μεγάλη λίστα που το νόημά της μπορεί να συνοψισθεί σε μια φράση: η δημόσια δωρεάν παιδεία μας τελείωσε. Τα τελευταία τείνουν να διαμορφώσουν ένα πανεπιστήμιο άρδην διαφορετικό από εκείνο που ξέρουμε και φυσικά από εκείνο που θέλουμε.

1. Υποχρηματοδότηση.
Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Ήδη από τα χρόνια προ κρίσης τα χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού που προορίζονταν για την παιδεία και δη την τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν λιγοστά. Αυτό φυσικά στα χρόνια του μνημονίου επιδεινώθηκε. Παράλληλα, με το PSI τα αποθεματικά πολλών Ιδρυμάτων μειώθηκαν ή εξαφανίστηκαν, με το κούρεμα των ομολόγων που κατήχαν. Αυτό συνεπάγεται ότι υπηρεσίες που θεωρούνταν αυτονόητες, από στέγη και τροφή έως παροχές απαραίτητες για τη διεκπεραίωση των σπουδών (πχ συγγράμματα) δεν μπορούν να προσφέρονται από το κράτος ούτε δωρεάν ούτε σε όλους ούτε βέβαια στο βαθμό που θα πρεπε. Έτσι λοιπόν τα δωρεάν συγγράμματα που δικαιούνται οι φοιτητές χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν ενώ Εστίες και Λέσχες είτε κλείνουν είτε εισάγουν αντίτιμο. Κι αν για κάποιους αυτά δεν σημαίνουν κάτι, αναμφίβολα αυτό δεν ισχύει για όλους στην Ελλάδα του μνημονίου, της φτώχειας και της ανεργίας.


Η υποχρηματοδότηση μεταφράζεται με τον ουσιαστικό περιορισμό της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πολύ απλά όσοι μπορούν να πληρώσουν για σπουδές (διαμονή, τροφή, υλικό) τις διεκπεραιώνουν, οι υπόλοιποι μένουν ή πάνε σπίτια τους. Προκύπτει λοιπόν ένα μοντέλο παιδείας για λίγους κι εκλεκτούς.

Άλλο ένα σημαντικό αποτέλεσμα βέβαια είναι και το επίπεδο των σπουδών. Όταν δεν υπάρχουν χρήματα για να συντηρούνται και να ανανεώνονται οι υλικοτεχνικές υποδομές, όταν δεν υπάρχουν χρήματα για επαρκές προσωπικό καθαρισμού, φύλαξης και διοίκησης, όταν μειώνεται το διδακτικό προσωπικό (κατάργηση βαθμίδας λέκτορα, μείωση προσλήψεων), γίνεται αντιληπτό πως τόσο το ουσιαστικό επίπεδο του περιεχομένου των σπουδών, όσο και το τυπικό της αξίας του πτυχίου πλήττεται σοβαρά.

2. Εμπορευματοποίηση.
Βασικός λόγος της υποχρηματοδότησης και της υποβάθμισης εν γένει είναι η περικοπή δαπανών και η λιτότητα, χάρις στην οποία καμωνόμαστε ακόμα τους ευρωπαίους και δεν πληγώνουμε τους δανειστές μας. Ο έτερος όμως βασικός λόγος είναι η τάση εμπορευματοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με στόχο φυσικά την άντληση κέρδους από το καθετί αδιαφορώντας φυσικά για τις οικονομικές, κοινωνικές και εκπαιδευτικές επιπτώσεις.
Aναμφίβολα η υποβάθμιση ρίχνει την τιμή των προς εκποίηση υπηρεσιών ή αντίστροφα όσο πιο απελπισμένο είναι το κάθε ίδρυμα τόσο πιο εύκολα θα ξεπουλιέται στις ορέξεις του κάθε ιδιώτη-"ευεργέτη". Φυσικά οι νεοφιλελεύθεροι μουτζαχεντίν δεν αποδέχονται αυτή τη σύνδεση υποβάθμισης και ξεπουλήματος, αλλά ο νοών νοείτω. “Αφού λοιπόν το κράτος δεν μπορεί να υποστηρίξει τις παροχές αυτές” ισχυρίζεται η κοινή δόξα “γιατί να μην το αναλάβει ένας ιδιώτης;”

Θα μεταφερθείτε στη νέα σελίδα σε

Δευτερόλεπτα
Από το Blogger.

η πολιτική/κρίση στο mail σας!


Θεματικές:

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________