Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί νομιμότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί νομιμότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Νομιμότητα: "βίος και πολιτεία"



Πρόλογος
Τελευταία πολλή κουβέντα γίνεται για το ζήτημα της νομιμότητας, το οποίο αν και σημαντικότατο, υποβαθμίζεται σε ένα πινκ πονγκ εντυπώσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση δίχως να αγγίζεται η πραγματική ουσία του θέματος. Και είναι σημαντικότατο αυτό το ζήτημα γιατί συναντάται αναπόφευκτα, σαν σκόπελος, σε κάθε συζήτηση που αφορά στα ζητήματα της κοινωνικής μας οργάνωσης, είτε αυτά προσλαμβάνουν από τους μετέχοντες διαχρονικό είτε συγκυριακό χαρακτήρα.

Τα κύρια ερωτήματα που ανακύπτουν είναι: ποιος ο ρόλος του νόμου και πως αυτός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τους ανθρώπους. Βεβαίως για να κριθεί κάτι τέτοιο πρέπει να έχουμε μια εικόνα για τη φύση του νόμου, τι είναι, τι εξυπηρετεί και τι φαίνεται να εξυπηρετεί.

Νόμος

Η αναζήτηση της απάντησης στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί παρά να εκκινεί από τη νομική επιστήμη.

Σύμφωνα λοιπόν με τα περισσότερα εγχειρίδια της νομικής επιστήμης ο ορισμός του νόμου είναι ο εξής: ο, πηγάζων από την οργανωμένη σε κράτος πολιτεία, επιτακτικός κανόνας δικαίου που ρυθμίζει τη συμπεριφορά των μελών της.

Ι. Επιτακτική ρύθμιση της συμπεριφοράς
Πράγματι ο νόμος λειτουργεί ως ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στις ανθρώπινες σχέσεις ο οποίος οριοθετεί και προσδιορίζει τη σφαίρα δράσης του καθενός. Άλλωστε η λέξη νόμος προκύπτει από το ρήμα νέμω (δλδ μοιράζω). Πρόκειται για ένα είδος κανόνα, στοιχείου που είναι το δίχως άλλο απαραίτητο για την ανθρώπινη κοινωνία.

Δίχως την ύπαρξη ορισμένων κανόνων, ορισμένων «δεόντων», δεν θα υπήρχε ανθρώπινη κοινωνία, παρά απλώς «άνθρωποι» και μάλιστα υπ-άνθρωποι με την αριστοτελική έννοια του όρου, δηλαδή όντα κατώτερα του κοινωνικού ανθρώπου που ακριβώς όντας κοινωνικός μπορεί και είναι «άνθρωπος». Με άλλα λόγια η ποσότητα των συμβιόντων ανθρώπων οδηγεί στην ποιότητα της κοινωνίας, που είναι ακριβώς κάτι παραπάνω από περισσότερους ανθρώπους μαζεμένους, με μια στρουκτουραλιστική λογική ότι η κοινωνία αποτελεί ένα σύνολο που διέπεται από ορισμένους κανόνες και ορισμένες δομές κι όχι απλά μια συνάθροιση του τύπου 1+1+1=3. Ο κανόνας λοιπόν αποτελεί εκ των ουκ άνευ για την ύπαρξη μιας κοινωνίας αλλά και για την ίδια την έννοια του ανθρώπου. Διαφορετικά καθόλου δεν θα διαφέραμε από τα ζώα και τη «ζούγκλα».

Ο κανόνας που θεσπίζεται από την πολιτεία και, αναφερόμενοι στο σήμερα δε, από την πολιτεία που έχει τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου, αστικού κράτους ονομάζεται νόμος. Ο νόμος λοιπόν ρυθμίζει τις ανθρώπινες σχέσεις με βάση έναν ορισμένο τρόπο, μια φόρμα, συμβίωσης. Δηλαδή λειτουργεί στο πλαίσιο ενός ευρύτερου κοινωνικού συστήματος και οριοθετεί τη δράση των ανθρώπων με βάση τις υφιστάμενες κοινωνικές τους σχέσεις που τίθενται ως η κανονικότητα που ακριβώς πρέπει να προφυλλάσσεται.

Αυτή λοιπόν η συνύπαρξη που πετυχαίνει ο νόμος δεν είναι γενική κι αόριστη. Είναι μια καθόλα ορισμένη συνύπαρξη, με συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και ρόλους. Στο βαθμό όμως που το κρατικό καθεστώς και το κοινωνικό σύστημα στο οποίο αυτό εντάσσεται, είναι για κάποιο λόγο κατακριτέα, το ίδιο πρέπει να είναι και οι νόμοι που συντείνουν στη διαιώνιση και την ισχυροποίησή τους. 

Αυτό γίνεται (σωρευτικά)
με τους εξής τρόπους:

- δια της έκδηλης ή κεκαλυμμένης εξασφάλισης της άμεσης ικανοποίησης και προστασίας των συμφερόντων των ομάδων εκείνων της κοινωνίας, υπέρ των οποίων είναι οι κοινωνικοί συσχετισμοί και σχέσεις


- δια της ρύθμισης ορισμένων θεμάτων που απαιτούν μια στοιχειώδη πρόβλεψη εξυπηρετώντας την κοινωνική ομαλότητα (πχ ΚΟΚ)


- δια της εξασφάλισης ορισμένων αγαθών σε όλα ή έστω στα περισσότερα μέλη της κοινωνίας προκειμένου αυτά να μην αισθάνονται έντονα το αίσθημα της κοινωνικής αδικίας. Πρόκειται για αυτό που ονομάζω "ονομαστικά δικαιώματα". Και χαρακτηρίζονται (ίσως και καταχρηστικά) έτσι τα παραπάνω δικαιώματα για να περιγραφεί το γεγονός πως ακόμα κι αν και όλοι έχουν ένα δικαίωμα πχ το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, η αξία του δεν είναι η ίδια γιατί διαφέρει το ατομικό και κοινωνικό πλαίσιο που περιβάλλει τον καθένα. Για παράδειγμα, σε διαφορετικό βαθμό εξυπηρετεί η προστασία της ιδιοκτησίας έναν πλούσιο και σε διαφορετικό έναν φτωχό: ο πρώτος έχει πολλά περισσότερα να χάσει και ως εκ τούτου περισσότερους λόγους να προστατεύσει την περιουσία του.

Με όλα αυτά, η έννομη τάξη διατρανώνει πως επιδιώκει την κοινωνική ειρήνη και ομαλότητα. Και δεν έχει άδικο. Με βάση όμως τα παραπάνω συμπεραίνεται πως η κοινωνική ειρήνη και ομαλότητα που επιδιώκεται από τη νομοθετική ρύθμιση δεν είναι κάτι ουδέτερο, παρά η διατήρηση των κοινωνικών συσχετισμών όπως αυτοί σχηματίστηκαν από την τελευταία κοινωνική ένταση. Όπως για παράδειγμα είναι οι διατάξεις μια σύμβασης συνθηκολόγησης ανάμεσα στη νικήτρια και την ηττημένη χώρα.

Εκτός όμως των παραπάνω, εντασσόμενων στο περιεχόμενο του νόμου, στοιχείων, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το μέσο/ο τρόπος που επιβάλλονται οι παραπάνω κανόνες (στο πλαίσιο της διαλεκτικής μορφής και περιεχομένου).

Το κυριότερο σύγχρονο χαρακτηριστικό, καρπός των φιλελεύθερων αιτημάτων περί ισότητας και ελευθερίας είναι η ισονομία. Οι νόμοι κατά κανόνα ισχύουν για όλους. Πρόκειται πράγματι αίτημα δίκαιο που μειώνει το αίσθημα περί κοινωνικής αδικίας. Επανέρχεται όμως κάπου εδώ η προαναφερθείσα έννοια του «ονομαστικού» δικαιώματος. Πράγματι οι νόμοι ισχύουν για όλα τα υποκείμενα, όμως αυτά βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση, σε διαφορετικό σημείο εκκίνησης. Επομένως ενώ το δικαίωμα περιγράφεται ως ίδιο για όλους, κατά την εφαρμογή του δεν είναι.

ΙΙ. Όταν η νομιμότητα δεν αρκεί
Παρά όμως το γεγονός πως ο νόμος μπορεί να λειτουργεί μεροληπτικά, πώς εξηγείται το γεγονός πως κάποιοι, ακόμα κι όταν ανήκουν στους ευνοημένους του, εξακολουθούν να παρανομούν; Όταν ένα φορολογικό σύστημα είναι ήδη τόσο μεροληπτικό για ποιο λόγο να φοροδιαφεύγουν οι πλούσιοι; Όταν μπορείς να βγάλεις χρήματα με νόμιμες μπίζνες γιατί παράλληλα να πρέπει να αναμιγνύεσαι με βρώμικους τομείς όπως το μπραβιλίκι ή και ακόμα χειρότερα τα ναρκωτικά, τα όπλα και το τράφικιγκ (κοινώς το εμπόριο λευκής σαρκώς); Η απάντηση νομίζω πως είναι κατ’ αρχήν απλή: γιατί μπορούν. Όταν έχεις τα μέσα να επιβάλλεις πολιτικές και νόμους οργανωμένα (πχ μέσω ΣΕΒ) ή ατομικά, τότε ποιος θα σε εμποδίσει να παρανομήσεις κιόλας;

Η πολύ απλοϊκή αυτή απάντηση είναι όμως ελλιπής και το συνεπές θα ήταν να την εντάξουμε στην εξής πρόταση: όχι μόνο «γιατί μπορούν» αλλά και γιατί πρέπει. Όπως τόνιζε ο Ζακ Λακάν πάντα διαφεύγει κάτι από τη συμβολοποίηση, την ένταξη στο συμβολικό σύμπαν (ένα ας πούμε ρυθμισμένο από κανόνες κοινωνικό μωσαϊκό), και στην περίπτωσή μας, τη συμβολοποίηση του νόμου. Αυτό ονομάζεται «πραγματικό» (το οποίο δεν πρέπει να ταυτίζεται με την έννοια της πραγματικότητας). Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ανίκανος να προβλέψει τα πάντα με κανόνες και να ρυθμίσει ολόκληρη την κοινωνική ζωή με τον τρόπο που θέλει. Επομένως η νομιμότητα κι ως εκ τούτου η κοινωνική σκοπιμόητητα που αυτή εξυπηρετεί, προκειμένου να διατηρηθεί χρειάζεται ένα παράνομο, «αισχρό» όπως το χαρακτηρίζει ο Ζίζεκ υπόστρωμα, ένα υποστύλωμα. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο και σε αμέτρητες ταινίες όπου για παράδειγμα οι καλοί αστυνομικοί προκειμένου να καταφέρουν να συλλάβουν τον κακό, «αναγκάζονται» να παρανομήσουν, να ξεφύγουν από τα όρια των νόμων που υπηρετούν, και μόνο τότε καταφέρνουν και επιβάλλουν τη νομιμότητα και τη δικαιοσύνη.

Πέραν όμως από τον κινηματογράφο, αυτό που περιγράφεται παραπάνω, δυστυχώς το βιώνει η ελληνική κοινωνία συχνότερα απ’ όσο θα θελε: όταν οι κυβερνήσεις προκειμένου να διατηρήσουν «την τάξη» καταπατούν απροκάλυπτα, τους μόνους κανόνες στους οποίους «ιεραρχικά» υπάγονται, τους συνταγματικούς.

Αυτό όμως προδίδει και κάτι ακόμα: επαληθεύει αυτά που ελέχθησαν παραπάνω, ότι δηλαδή ο νόμος όχι μόνο υπηρετεί κατά κανόνα και πρώτιστα πολύ συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα αλλά και πως δεν μπορεί, αν τυχόν το θελήσει, να τα υπερβεί. Κάτι τέτοιο γίνεται εμφανές από τις αποτυχημένες προσπάθειες χαλιναγώγησης των κεφαλαίων από τα κράτη. Όποιο κράτος προσπάθησε να επιβαρύνει τους πλουσίους, αυτοί πολλοί απλά «πήγαιναν» αλλού τα λεφτά τους. Βιομήχανοι που έκριναν πως δεν τους συνέφερε η ελληνική νομοθεσία, για παράδειγμα, μετακόμιζαν με μεγάλη ευκολία στη Βουλγαρία. Εφοπλιστές που απειλούνταν με μια μηδαμινή φορολόγηση (σε σχέση με τη μηδενική που είναι σήμερα) απείλησαν πως θα αλλάξουν σημαία στα πλοία τους. Όλα αυτά προδίδουν τη θέση της κάθε έννοιας στο παζλ της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο νόμος είναι υπηρέτης του στάτους κβο και δεν μπορεί διαφορετικά.
Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Το φαινόμενο της… νομιμότητας, τότε και σήμερα.

του Δημήτρη Μανωλίδη

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη νομιμότητα και την κατάλυσή της. Μάλιστα πολλοί ανιχνεύουν στη «διαχρονική» (όπως τη χαρακτηρίζουν) μερική κατάλυση της νομιμότητας από μεριάς των Ελλήνων τους λόγους για τη σημερινή πολυδιάστατη κρίση. Ίσως εν μέρει δεν έχουν άδικο.

Ο νόμος είναι κάτι απαραίτητο για τη λειτουργία της κοινωνίας. Πρόκειται για εκείνο τον κανόνα που ρυθμίζει κι οριοθετεί τη συμπεριφορά των ανθρώπων με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η ανθρώπινη συνύπαρξη και συμβίωση. Δίχως τέτοιους κανόνες η ανθρώπινη κοινωνία όχι μόνο δεν θα είχε παράξει τον πολιτισμό και την πρόοδο που συναντάμε σήμερα αλλά ίσως δεν θα είχε επιβιώσει καν.

Από αυτά συνάγεται ότι η ύπαρξη και βεβαίως η τήρηση των τιθέμενων νόμων είναι πολύ σημαντικό πράγμα για μια κοινωνία, κι αφ’ ής στιγμής η Ελληνική κοινωνία αγνοούσε πληθώρα υπαρχόντων νόμων, τότε σαφώς υπάρχει πρόβλημα. (Η αναζήτηση των ιστορικών αιτιών που προκάλεσαν αυτό το φαινόμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα, για το οποίο όμως θα ασχοληθούμε διεξοδικά σε επόμενο άρθρο. Πάντως για όποιον ενδιαφέρεται του συνιστώ ανεπιφύλακτα να διαβάσει το δοκίμιο του Π.Κονδύλη «Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας»). Είχε λοιπόν αναπτυχθεί μια τέτοια σχέση ανάμεσα στους πολίτες και στο κράτος (το οποίο αποτελεί το φύλακα, το «μπαμπούλα» των νόμων), η οποία επέτρεπε τη μερική ανομία. Μάλιστα το μέγεθος της ανομίας και της ανοχής της απ’ το κράτος ήταν ανάλογο με την κοινωνική-οικονομική θέση του παρανομούντος. Η ανομία αυτή είχε ταξικά χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα όσο πιο εύπορος ήταν κάποιος τόσο πιο εύκολα κι ατιμώρητα παρανομούσε (το ρητό "στην Ελλάδα όποιος κλέψει 10.000 ευρώ πάει φυλακή και όποιος 1.000.000 ευρώ είναι μάγκας" μόνο τυχαίο κι άστοχο δεν είναι). Βεβαίως στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονταν άτομα και ομάδες που ίσως με μια δόση υπερβολής είτε ήταν υπεράνω του νόμου είτε «νομοθετούσαν» οι ίδιοι. Μέχρις εδώ σύμφωνοι.

Το ζήτημα της νομιμότητας έχει μπει για τα καλά στο προσκήνιο στο πλαίσιο της αναζήτησης των αιτιών της κατάστασης στην οποία έχουμε περιέλθει. Παράλληλα όμως (και… «τεμνόμενα») τίθεται από διάφορους κύκλους ζήτημα νομιμότητας και όσον αφορά την επιβολή της μνημονιακής πολιτικής. Συνδέουν δηλαδή τη μερική ανομία του χθες με τη σημερινή άρνηση μεγάλου μέρους της Ελληνικής κοινωνίας να αποδεχθεί και να εφαρμόσει τα «μνημονιακής καταγωγής» νομοθετήματα. Από το νόμο στην παιδεία μέχρι τα χαράτσια και την εφεδρεία. Όλα αυτά με βάση μια πραγματιστική (τι ωραία λέξη!) κατά τη γνώμη τους λογική: αφού η ανομία/παρανομία μας έφερε εδώ, κι αφού εξακολουθούμε να παρανομούμε, θα μείνουμε για πάντα στο βούρκο. Περισσότερο μηδενιστική όμως είναι παρά πραγματιστική. Ο παραπάνω συλλογισμός εκτός από το γεγονός ότι υπεραπλουστεύει τις αιτίες της περιβόητης κρίσης, αγνοεί τα εξής ζητήματα (που θυμίζουν τα στοιχειώδη συντακτικά στοιχεία: Υποκείμενο-Ρήμα-Αντικείμενο):
1)Απέναντι σε τι νόμους υποτίθεται ότι παρανομούσαμε διαχρονικά και απέναντι σε τι νόμους παρανομούμε τώρα (εξέταση του Αντικειμένου).
2)Ποιοι είναι αυτοί που παρανομούσαν τότε, ποιοι είναι αυτοί που παρανομούν τώρα (εξέταση του Υποκειμένου).
3)Γιατί αντιδρούν/παρανομούν (εξέταση του Ρήματος/της Ενέργειας).


Ο Νόμος που
πρέπει να σεβόμαστε και που δίχως αυτόν αποσυντίθεται η κοινωνία, για τον οποίον και γίνεται λόγος στη δεύτερη παράγραφο παραμένει μόνο στη θεωρία. Στην πράξη αυτός ο νόμος όμως δεν είναι κάτι το αόριστο κι αφηρημένο, μια απλή ιδιότητα. Είναι οι τυποποιημένοι κανόνες δικαίου που παράγει η Πολιτεία κι εν γένει η κοινωνία το συγκεκριμένο απ' το οποίο προκύπτει αυτή η ιδιότητα ως καθολικό κοινό και αναγκαίο στοιχείο. Αυτοί πέρα από τη γενική θέση ότι απηχούν στις παρούσες και υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις και ανισότητες κι ότι έτσι, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, τις διαιωνίζουν (έμμεση επίδραση), έχουν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, που κατά περίπτωση κρίνεται απ' τον κόσμο ως καλό ή κακό (άμεση επίδραση). Εν προκειμένω οι νόμοι αυτοί εξετάζονται ως προς το δεύτερο σκέλος, την άμεση επίδρασή τους στην κοινωνία που καλείται να τους εφαρμόσει.

Εν προκειμένω λοιπόν το περιεχόμενό τους (ή για την ακρίβεια μέρος του περιεχομένου τους) κρίνεται κάτι παραπάνω από αρνητικό από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Τέτοιοι νόμοι που μειώνουν (και ουσιαστικά εξαλείφουν) τη δωρεάν παιδεία και την υγεία, τις στοιχειώδεις παροχές και που φορολογούν μέχρι και τον αέρα που αναπνέουμε δεν είναι αποδεχτοί όχι μόνο γιατί βλάπτουν εμένα σε ατομικό επίπεδο, είναι επικίνδυνοι γιατί βλάπτουν άμεσα κι έμμεσα την κοινωνία ολόκληρη, τόσο τη συνοχή όσο και την ακεραιότητά της. Έτσι, όπως είναι λογικό κι όπως κάνει καθείς που σέβεται τον εαυτό του (αυτό που αποκαλούμε αξιοπρέπεια) κι ενδιαφέρεται για τους γύρω του (αυτό που λέμε αλληλεγγύη), ο κόσμος αντιδράει. Βεβαίως μην τα αγιοποιούμε όλα: πολλοί είναι εκείνοι που αντιμάχονται τα νομοθετήματα που προσβάλλουν μόνο τους ίδιους και τα συμφέροντά τους. Βασικότατος λόγος που οι νόμοι γίνονται αποδεκτοί σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι ο δίκαιος (ή έστω δικαιοφανής) χαρακτήρας τους. Η νομοθετική κοινωνική αδικία των μνημονιακών νόμων δικαιολογεί λοιπόν τη σημερινή μερική παρανομία, σε αντίθεση με τη "διαχρονική παρανομία του Έλληνα" η οποία δεν είχε να κάνει με τέτοιες καταστάσεις, εκτός αν εντάξουμε σε αυτήν και την άρνηση υπακοής στις κατοχικές κυβερνήσεις ή στη Χούντα .

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος είναι σημαντικό και το ποιοι είναι αυτοί που δεν αποδέχονται τους νόμους σήμερα. Πρόκειται κατ’ αρχήν για την πλειοψηφία (ποσοτικό κριτήριο).  Σημαντικό όμως είναι ότι σε αυτήν περιλαμβάνεται και η μέχρι πρότινος μεσαία τάξη, η τάξη που αντιμετωπίζεται ως εκείνη των «νοικοκυραίων» (Τα άλλα κοινωνικό-οικονομικά στρώματα για διαφορετικούς λόγους φαίνονταν πιο «επιρρεπή» στην παρανομία και πιο συγκεκριμένα στην εξυπηρέτηση των φορολογικών τους υποχρεώσεων). Η τάξη αυτή δίχως υπερβολή συνθλίβεται κι έτσι από εκεί που αποτελούσε τη μόνη συνεπή (και πάλι όχι σε απόλυτο βαθμό) τάξη ως προς τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος βρίσκεται να πρωτοστατεί στην άρνηση αποδοχής της μνημονιακής πολιτικής (ποιοτικό κριτήριο). Αυτή η ενδεικτική, ποσοτική και ποιοτική, μεταβολή των πραγμάτων αποδεικνύει πως πρόκειται για διαφορετικούς καιρούς, διαφορετικά διακυβεύματα και διαφορετική «παρανομία».

 Ως προς το τρίτο σκέλος. Σημαντικό είναι και το γιατί υπάρχει αυτή η γενικευμένη μη αποδοχή των εν λόγω νομοθετημάτων, κάτι για το οποίο έμμεσα γίνεται λόγος σε όλο το κείμενο. Ουσιαστικά το τρίτο σκέλος ταυτίζεται εν μέρει με το πρώτο. Η ίδια η φύση των νόμων αυτών, το ίδιο τους το περιεχόμενο απαντά (και πάλι: εν μέρει) στο γιατί δεν γίνονται αποδεκτοί. Αναζήτηση της απάντησης στη «νοοτροπία του νεοέλληνα» και στην «έλλειψη παιδείας» είναι εν προκειμένω (από) πρόχειρη (έως) και εκτός τόπου και χρόνου. Θέλει και ρώτημα γιατί δεν αποδέχεται στη μεγάλη της πλειοψηφία η ελληνική κοινωνία μια πολιτική εξαθλίωσής της, στην επιτυχία της οποίας δεν πιστεύει κανένας; Μια πολιτική με βάση σκληρά νεοφιλελεύθερα δόγματα που έχουν εφαρμοσθεί κι έχουν αποτύχει οικτρά (τουλάχιστον ως προς τους επίσημους στόχους τους). Δόγματα που έχουν διαλύσει οικονομίες ολόκληρες κι έχουν εξαθλιώσει λαούς. Το γιατί μπορεί να απαντηθεί από την επίκληση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης κι επιβίωσης μέχρι την επίκληση της στοιχειώδους λογικής και των απλών μαθηματικών (αν άραγε φαινόταν να αποδίδει αυτή η άθλια πολιτική δεν θα ήταν διαφορετική η υποδοχή της από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και σαφώς ευκολότερη η εφαρμογή της;).

Εκτός όμως από τη διαφαινόμενη αποτυχία της πολιτικής που υπηρετούν οι νόμοι αυτοί τίθεται και το ζήτημα της δικαιοπολιτικής τους φύσης. Για την ακρίβεια τα περισσότερα εκ των νομοθετημάτων αυτών καταλύουν κάθε ίχνος κοινωνικής δικαιοσύνης που υπήρχε στην ελληνική κοινωνία. Την ίδια στιγμή που ο μέσος πολίτης δίνει απ΄το υστέρημά του για να αποπληρώσει τα χαράτσια, τους άμεσους και τους έμμεσους φόρους, που ζει μέσα στην ανασφάλεια καθώς βλέπει να μην υφίσταται πλέον δωρεάν υγεία και παιδεία και γενικότερα κοινωνικό κράτος, οι τράπεζες παίρνουν τεράστια ποσά για την "επανακεφαλαιοποίησή" τους (κι άλλη ωραία λέξη!), οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι βγάζουν κι αυγατίζουν τα κεφάλαιά τους και η πραγματική φορολόγησή τους είναι μηδαμινή. Ουδέν λοιπόν αίσθημα δικαίου εμπνέουν οι νόμοι αυτοί.

Πέρα βέβαια από το γενικό περί δικαίου αίσθημα, οι μνημονιακοί νόμοι (βλ. εδώ, εδώ κι εδώ) και φυσικά και το ίδιο το μνημόνιο (βλ. και εδώ) αντιβαίνουν και στο ίδιο το Σύνταγμα αλλά και στη διεθνή έννομη τάξη. Με αλλα λόγια καταλύουν εν γένει την έννομη τάξη που οι ίδιοι είχαν στήσει για την εξυπηρέτηση πρώτιστα των δικών τους αναγκών. Επομένως δεν έχουν ούτε καν τυπικά ερείσματα (ούτε βέβαια και δικαιοπολιτικά). 

Τέλος είναι και το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Γιατί τυπικά είναι αξιοσέβαστοι οι νόμοι; Μα γιατί συντίθενται και ψηφίζονται απ' την πλειοψηφία των εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού. Και κάπου εδώ τίθεται το ζήτημα της πολιτικής κρίσης που βιώνουμε και πιο συγκεκριμένα της κρίσης αντιπροσώπευσης. Λίγοι θα σεβαστούν έναν (επαχθή) νόμο που ψηφίζεται από μια κοινοβουλευτική ομάδα η οποία εξελέγη με εκ διαμέτρου αντίθετα προτάγματα από τα μετέπειτα πεπραγμένα της, και μάλιστα σε εκλογές με αποχή 40%. Επίσης τίθεται και θέμα δημοκρατίας, ανεξαρτησίας κι αξιοπρέπειας. Απ' το έλασσον που είναι η εσωκομματική δημοκρατία όταν τέτοια νομοθετήματα ψηφίζονται υπό τη δαμόκλειο σπάθη της διαγραφής από το κόμμα μέχρι το μείζον που είναι οι απειλές περι μη εκταμίευσης (της πεσυμφωνημένης να δοθεί) δόσης και λοιποί εκβιασμοί, τις παρεμβάσεις ξένων κι άσχετων θεσμικά υποκειμένων στην χάραξη της ελληνικής πολιτικής, την ανικανότητα (και κατ' άλλους την απροθυμία ) του πολιτικού μας προσωπικού να χειριστεί την κατάσταση. Όλα αυτά έχουν μειώσει στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη και την υπομονή του ελληνικού λαού απέναντι στη νομοθετική (και βέβαια και στην εκτελεστική) λειτουργία του κράτους. Επομένως σταδιακά χάνεται το θεμέλιο της νομιμότητας, που είναι η νομιμοποίηση του νομοπαραγωγικού υποκειμένου.

Όλα τα παραπάνω δικαιολογούν κατά τη γνώμη μου τη μερική ανομία που συναντάμε σήμερα απέναντι στους νόμους-παραφυάδες των μνημονίων. Δεν είναι ίδια η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα με εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Πρόκειται για μια έκτακτη πολιτικά κατάσταση οπου η κοινωνική ειρήνη και συνοχή αγγίζουν τα όριά τους.
Θα μεταφερθείτε στη νέα σελίδα σε

Δευτερόλεπτα
Από το Blogger.

Θεματικές:

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________