Σάββατο 16 Ιουνίου 2012
Γιατί ΣΥΡΙΖΑ(;)
10:41 π.μ.
Οι ερχόμενες εκλογές αποτελούν κατά πολλούς τις κρισιμότερες της μεταπολιτευτικής εποχής. Η κυβέρνηση που θα προκύψει θα κληθεί να διαχειριστεί ένα κράτος σε συνθήκες διάλυσης κι έναν εξαθλιωμένο και σε συνθήκες απόγνωσης λαό. Παρ’ όλα αυτά η ελληνική ιστορία διδάσκει πως καμία συγκυβέρνηση δεν στέριωσε (βλ. το 1946, το 1951, το 1989, το 2012) παρά για κάτι μήνες. Κι όλα αυτά στο πλαίσιο μιας οικονομικής ένωσης που εκδηλώνει όλο και μεγαλύτερες αδυναμίες και αντιφάσεις (με κατακερματισμό του δημοσιονομικού ελέγχου και συγκεντρωτισμό του νομισματικού, με την ανυπαρξία πολιτικής ένωσης και με το πολιτικό καπέλωμα του νότου από το βορρά και δη τη Γερμανία), σε συνθήκες παγκόσμιας ύφεσης( προηγηθείσης της κρίσης του 2008) και με τον κόσμο από τον Καναδά και τη Χιλή μέχρι την Αίγυπτο και τη Συρία σε κλίμα αναβρασμού και κινητοποιήσεων.
Και οι εκλογές αυτές έχουν βρει τον Ελληνικό λαό σε συνθήκες μιας «πολωτικές συσπείρωσης». Απ’ τη μια, ο αριστερός κόσμος συσπειρώνεται στο ΣΥΡΙΖΑ ενθουσιασμένος από τις προοπτικές ύπαρξης αριστερής κυβέρνησης για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Απ’ την άλλη, ο δεξιός χώρος συσπειρώνεται στη Νέα Δημοκρατία, ενωμένος όμως όχι από τις προοπτικές της διακυβέρνησης του τόπου από τους ομοϊδεάτες τους, παρά από το φόβο μήπως ανέλθει η αριστερά στα πράγματα (ένα μίγμα ιδεοληψιών, προκαταλήψεων και ταξικών συμφερόντων). Στη μέση βρίσκεται βεβαίως ο «δημοκρατικός κόσμος» όπως λέγεται, δηλαδή ο κόσμος του κέντρου πολιτικά και των μεσαίων τάξεων κοινωνικά, ο οποίος και έχει διαχρονικά ρυθμιστικό ρόλο στη διαμάχη του δίπολου αριστεράς-δεξιάς.
Το σίγουρο είναι ότι ζούμε πρωτοφανείς καταστάσεις. Βλέπουμε για πρώτη φορά μια κοινωνία ανάμικτων συναισθημάτων: οργή –φόβος -ελπίδα. Όλα αυτά αντικατοπτρίζονται στους πολιτικούς σχηματισμούς που αναμετρώνται στις εκλογές αυτές.
Η χρυσή Αυγή αντιπροσωπεύει την επικράτηση της οργής: σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για ψήφο διαμαρτυρίας και αποδοκιμασίας του πολιτικού συστήματος. Ευτυχώς είναι μικρός ο σκληρός πυρήνας που πραγματικά η ιδεολογία του προσεγγίζει εκείνη της χρυσής αυγής κι αυτό νομίζω πως θα φανεί και στις εκλογές όπου πολλοί ψηφοφόροι που συναποτέλεσαν το 7% της 6ης Μαΐου θα στηρίξουν το «αδελφό κόμμα», τη Νέα Δημοκρατία. Απ’ την άλλη η Νέα Δημοκρατία στηρίζεται στο στασίδι του φόβου. Στηρίζει το πρόγραμμά της στις διακοσμητικές εκείνες «τομές» (προϊόντα της επαναδιαπραγμάτευσης του Σαμαρά, όπως εκείνη του Φεβρουαρίου όταν συγκυβερνούσε) που θα «εξανθρωπίσουν» στο βαθμό που γίνεται το μνημόνιο και την υφεσιακή πολιτική, με κόκκινη γραμμή όμως τη διατήρηση των καλών σχέσεων με τους εταίρους και βεβαίως την παραμονή μας στον παράδεισο της ευρωζώνης. Τα «φοβικά» στοιχεία του προγράμματός της είναι δύο: απ’ τη μια να μην «πεταχτούμε» έξω απ’ την
3) σύνδεση του
ΣΥΡΙΖΑ με τη 17Ν και δαιμονοποίηση των
4) επανειλημμένα στιγμιότυπα με το Λαφαζάνη να δηλώνει πως πρέπει να πάμε στη δραχμή (που μέχρι και οι πέτρες ξέρουν πως το Αριστερό Ρεύμα μέσα στον ΣΥΝ είναι υπέρ της άποψης, άποψης όμως που γενικά [δυστυχώς κατ’ εμέ] μειοψηφεί μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ). Πρόκειται ξεκάθαρα για επίδειξη πολιτικού επιπέδου. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τον κάθε Παπαδήμο, την κάθε Εθνική Τράπεζα καθώς και τον κάθε φιλέλληνα Σόιμπλε και Ολάντ να τονίζουν συνεχώς πόσο καταστροφικό θα είναι αν βγει η αριστερά (!). Αυτή ακριβώς η αντί-αριστερή πολιτική είναι η βάση της Νέας Δημοκρατίας η οποία κατά τ’ άλλα αποτελεί ένα συνονθύλευμα λαϊκών δεξιών, νεοφιλελεύθερων κι ακροδεξιών στοιχείων.
Και τέλος ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με όλες τις αντιφάσεις του, είναι ό,τι πιο ελπιδοφόρο μπορούμε να διακρίνουμε στο παρόν σκηνικό. Νίκη του θα σημαίνει νίκη του ελληνικού λαού κατά της ψυχολογικής και οικονομικής βίας που της ασκείται τα τελευταία χρόνια. Θα σημαίνει τη νίκη απέναντι στο φόβο και στις απειλές των αποτυχημένων εκείνων αξιωματούχων και των αφεντικών τους. Βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ούτε μεσσίας ούτε έχει το τέλειο πρόγραμμα που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση. Εκτός αυτού όλοι θα θέλαμε ένα σαφώς πιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα, στο οποίο οι αστοί όχι μόνο θα τρόμαζαν (όπως τώρα, που λέει και το γνωστό άσμα) αλλά θα έπαιρναν και τα αεροπλάνα και τα βαπόρια της Μπέλου. Ωστόσο κινείται προς τις σωστές κατευθύνσεις. Πρόκειται για ένα καθαρά αριστερό πρόγραμμα που τείνει σε πολιτικές αναδιανομής του πλούτου και κρατικού ελέγχου των τραπεζών, σε ανάταση της οικονομίας με λύσεις φιλολαϊκές και όχι νεοφιλελεύθερα χαρακίρια, με πολυεπίπεδο ορθολογισμό της λειτουργία των βασικών τομέων του κράτους όπως είναι η δικαιοσύνη και η αστυνομία, και σε σεβασμό της εθνικής ανεξαρτησίας κι αξιοπρέπειας. Είναι όμως αυτά αρκετά; Σαφώς όχι.
Στην παρούσα φάση μεσοβέζικες λύσεις δεν μπορούν να υπάρξουν. Δύο είναι οι κατευθύνσεις είτε κάνεις το κέφι των αγορών στις πλάτες του λαού, είτε ο λαός αφήνει τις αγορές πίσω του. Δεν μπορεί να υπάρξει ευρώ χωρίς μνημόνιο και ΕΕ χωρίς λειτουργία και υποταγή σε βασικές νεοφιλελεύθερες αρχές. Δεν μπορεί να υπάρξει αναδιανομή του πλούτου δίχως να έρθεις σε ρήξη με τους «πατριώτες» του ΣΕΒ και το εφοπλιστικό κεφάλαιο, ούτε ορθολογισμός της λειτουργίας των τραπεζών δίχως την κρατικοποίησή τους. Η πιο κοντινή επιλογή σε όλα αυτά δεν είναι άλλη απ’ το ΣΥΡΙΖΑ και αυτό νομίζω πως όλοι το παραδέχονται. Δεν είναι άλλο ένα ΠΑΣΟΚ (το άμα θα γίνει στην πορεία, θα το δείξει η ιστορία). Έχει τα αριστερά εκείνα αντανακλαστικά που θα του επιτρέψουν όταν έρθει η δύσκολη στιγμή της απόφασης για το που θα στρίψει τελικά, να διαλέξει όχι το δρόμο της δεξιάς, το δρόμο δηλαδή των μνημονίων, της εξαθλίωσης των πολλών και της ευημερίας των λίγων, του ξεπουλήματος του λαού και της χώρας, τον εύκολο δρόμο που αφήνει τη διαχείριση κι «αντιμετώπιση» της κρίσης στους ξένους επαΐοντες. Αλλά το δρόμο της αριστεράς, με τις ρήξεις που αναφέρονται παραπάνω. Και απ' τις φυγόκεντρες δυνάμεις που υπάρχουν στο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολλές εκείνες που θα οδηγήσουν προς εκείνη την κατεύθυνση με κύρια το Αριστερό Ρεύμα.
Η Ελλάδα για πρώτη φορά θα έχει μια αριστερή κυβέρνηση με όσα αυτό συνεπάγεται και όλα αυτά σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα σαν το σημερινό, με αποτέλεσμα ένα ντόμινο οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων, υπαρχούσης της προδιάθεσης καθώς ήδη σε πολλές χώρες η ριζοσπαστική αριστερά ανεβαίνει απειλητικά. Το θέμα είναι βέβαια αυτή η αριστερά να μην διεκδικήσει απλώς καλύτερους όρους εκμετάλλευσης αλλά να φθάσει το σύστημα στα όριά του όπως έγινε και τη δεκαετία του 1970 και να το αποτελειώσει.
Σε αυτήν την προσπάθεια θα όφειλαν να παράσχουν το ΚΚΕ, όσο όμως και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έστω κριτική στήριξη, για να την οδηγήσουν σε ακόμα πιο αριστερές κατευθύνσεις. Αντ’ αυτού ο σεχταρισμός (ειδικά) του ΚΚΕ το απειλεί με ιστορικά χαμηλά ποσοστά και με πολιτική παρακμή, παρά τους μηχανισμούς που έχει στήσει στην κοινωνία (σ.σ. άραγε ο Λένιν θα άφηνε έτσι αυτήν την ευκαιρία;).
Σε αυτήν την προσπάθεια θα όφειλαν να παράσχουν το ΚΚΕ, όσο όμως και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έστω κριτική στήριξη, για να την οδηγήσουν σε ακόμα πιο αριστερές κατευθύνσεις. Αντ’ αυτού ο σεχταρισμός (ειδικά) του ΚΚΕ το απειλεί με ιστορικά χαμηλά ποσοστά και με πολιτική παρακμή, παρά τους μηχανισμούς που έχει στήσει στην κοινωνία (σ.σ. άραγε ο Λένιν θα άφηνε έτσι αυτήν την ευκαιρία;).
Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την τελευταία ομαλή πολιτική λύση. Αν κι αυτός αποτύχει, οι αγώνες θα δοθούν πλέον σε άλλα μετερίζια και σίγουρα όχι στο Κοινοβούλιο. Οι κίνδυνοι του όλου εγχειρήματος είναι πολλοί. Η ιστορία είναι γεμάτη από Αλιέντε και Μιτεράν. Και η ριζοσπαστική αριστερά του σήμερα θα πρέπει να τα έχει αυτά υπόψιν της. Να μην κάνει λάθη του παρελθόντος, αλχημείες και συμβιβασμούς ολέθριους. Να μην μπαλατζάρει ανάμεσα στην ανατροπή και στη συναίνεση. Όλοι ξέρουμε τις αιτίες της κρίσης, όλοι ξέρουμε που να αναζητήσουμε τις λύσεις.
Οπότε κοπιάστε. Κι όπως λέει ο Σλαβόι Ζιζεκ «αποβάλετε το κομμουνιστικό σας μένος, εμείς είμαστε αυτοί που περιμέναμε». Φιλολαϊκές λύσεις δίνει μόνον ο λαός. Tο αν αυτό μπορεί να γίνει με κοινοβουλευτικό τρόπο θα το δούμε επιτέλους στο άμεσο μέλλον.
ΕτικέτεςΑριστερά,εκλογές 2012,ΝΔ,ΣΥΡΙΖΑ,χρυσή αυγή
Κυριακή 10 Ιουνίου 2012
Ιούνιος 2012: γενικόλογα, περιγραφές κι αξιολογήσεις
7:25 π.μ.
Το σύστημα προσπαθεί να αλλάξει τα ρούχα του (σαν τα φίδια που αλλάζουν δέρμα ανά διαστήματα) ώστε να προσαρμοστούν οι βασικές κοινωνικές δομές στον 21ο αιώνα. Είναι αυτό που λέμε πως ο καπιταλισμός αυτοεπαναστατικοποιείται. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται ιστορικά ο μεταπολεμικός κευνσιανισμός, η μεταστροφή στην χρηματοπιστωτική οικονομία, ο φαινομενικός κατακερματισμός της ιδιοκτησίας μέσω της μετοχοποίησής της, η μεταβολή του μοντέλου παραγωγής από το φορντικό μοντέλο σε εκείνο των αναλήψεων project κλπ. Αυτή τη φορά όμως μοιάζει δύσκολο να βρεθεί κάποια λύση που να μπορεί, όπως οι προηγούμενες, να συνδυαστεί με τη δημοκρατία. Αντίθετα προβάλλει το μοντέλο του καπιταλισμού «ασιατικών αξιών» όπως αποκαλείται. Πρόκειται για έναν αυταρχικό καπιταλισμό, όπως αυτός της Κίνας, της Σιγκαπούρης ή της Νότιας Κορέας. Ένα μοντέλο που απαιτεί ένα αυταρχικό κράτος, με ισχυρές δυνάμεις καταστολής και νεοφιλελεύθερες αξίες.
Η ανθρώπινη ηθική αλλάζει επίσης. Τα όρια του επιτρεπτού και του ανεκτού μεταβάλλονται: πλέον το να πεθαίνει κόσμος από τη φτώχεια δεν είναι τόσο ανεπίτρεπτο. Ούτε τα βασανιστήρια είναι ταμπού, αν ο άλλος είναι μελαμψός και προσεύχεται στον Αλλάχ. Απ’ την άλλη το να λειτουργείς με δανεικά (η βάση της ανάπτυξης του καπιταλιστικού κόσμου μεταπολεμικά) είναι ανήθικο, εκτός αν είσαι τράπεζα και σε δανείζουν ή σε χαρίζουν χρήμα για τη …σταθερότητα και τη ρευστότητα της αγοράς. Γενικότερα η ηθική ακολουθεί κι επικαλύπτει τις κοινωνικές μεταβολές. Έτσι φτάσαμε στο σημείο ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας να χαμογελάει βλέποντας Κασιδιάρηδες να προσβάλλουν και να χτυπάνε σε πανελλήνια προβολή άλλους βουλευτές.
Το πολιτικό σύστημα μεταβάλλεται αναλόγως. Σταθερές δεκαετιών καταρρέουν, όπως ήταν η δικομματική εναλλαγή ανάμεσα στην κεντροδεξιά και στην κεντροαριστερά. Το «ακραίο κέντρο» όπως το χαρακτήρισε ο Ταρίκ Άλι. Πλέον το πολιτικό σύστημα εισβαίνει σε ένα μοντέλο τριών πόλων: η ριζοσπαστική αριστερά – το νεοφιλελεύθερο κέντρο – η ακροδεξιά. Βεβαίως ουσιαστικά αυτό το …τρίπολο είναι φαινομενικό.
Κατά μια άποψη είναι φαινομενικό επειδή …«τα άκρα ταυτίζονται». Τι ακροαριστερά, λένε,
τι ακροδεξιά; Και οι δύο είναι βίαιοι. Και οι δύο δηλώνουν αντισυστημικοί. Μέσα στη σύγχυσή τους όμως έχουν εν μέρει δίκιο. Η ανθρώπινη ηθική αλλάζει επίσης. Τα όρια του επιτρεπτού και του ανεκτού μεταβάλλονται: πλέον το να πεθαίνει κόσμος από τη φτώχεια δεν είναι τόσο ανεπίτρεπτο. Ούτε τα βασανιστήρια είναι ταμπού, αν ο άλλος είναι μελαμψός και προσεύχεται στον Αλλάχ. Απ’ την άλλη το να λειτουργείς με δανεικά (η βάση της ανάπτυξης του καπιταλιστικού κόσμου μεταπολεμικά) είναι ανήθικο, εκτός αν είσαι τράπεζα και σε δανείζουν ή σε χαρίζουν χρήμα για τη …σταθερότητα και τη ρευστότητα της αγοράς. Γενικότερα η ηθική ακολουθεί κι επικαλύπτει τις κοινωνικές μεταβολές. Έτσι φτάσαμε στο σημείο ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας να χαμογελάει βλέποντας Κασιδιάρηδες να προσβάλλουν και να χτυπάνε σε πανελλήνια προβολή άλλους βουλευτές.
Το πολιτικό σύστημα μεταβάλλεται αναλόγως. Σταθερές δεκαετιών καταρρέουν, όπως ήταν η δικομματική εναλλαγή ανάμεσα στην κεντροδεξιά και στην κεντροαριστερά. Το «ακραίο κέντρο» όπως το χαρακτήρισε ο Ταρίκ Άλι. Πλέον το πολιτικό σύστημα εισβαίνει σε ένα μοντέλο τριών πόλων: η ριζοσπαστική αριστερά – το νεοφιλελεύθερο κέντρο – η ακροδεξιά. Βεβαίως ουσιαστικά αυτό το …τρίπολο είναι φαινομενικό.
Κατά μια άποψη είναι φαινομενικό επειδή …«τα άκρα ταυτίζονται». Τι ακροαριστερά, λένε,
Και οι δύο είναι παιδιά των ίδιων κοινωνικών συνθηκών.
Είναι εξίσου συμπτώματα του καπιταλισμού. Όμως ζητάνε κάτι διαφορετικό. Η ακροδεξιά ιστορικά είναι ο χωροφύλακας που καλεί ο φιλελευθερισμός όταν τα βρίσκει σκούρα. Βρίσκοντας αποπροσανατολιστικούς στόχους και τονίζοντας παραπλανητικούς ανταγωνισμούς ελκύει τον κόσμο. Του δίνει εύκολες απαντήσεις σε ζητήματα που τον πονάνε: «Γιατί πεινάω; Γιατί δεν αισθάνομαι ελεύθερος» κλπ. Όλα απαντώνται. Έτσι εισηγείται μια αλλαγή, έναν «αντισυστημικό κι αντικομφορμιστικό δρόμο», ενάντια στους διεφθαρμένους πολιτικούς, στα ξεπουλημένα κανάλια και μίντια και στους εθνοπροδότες αναρχοκομμουνιστές. Όλα αυτά δίχως βεβαίως να έχει ουσιαστικές απαντήσεις στα προβλήματα, τα οποία έχουν ρίζες τόσο βαθιές στην κοινωνία μας, ώστε ανιχνεύονται ουσιαστικά στις ίδιες της θεμελιώδεις κοινωνικές δομές. Το να φύγουν όλοι οι ξένοι ή οι εβραίοι να γίνουν σαπούνια δεν λύνει ούτε τα προβλήματα της κοινωνικής αδικίας, ούτε της εγκληματικότητας, ούτε της φτώχειας. Ούτε βέβαια μπορεί να αντιμετωπίσει την υφεσιακή μνημονιακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα.
Επομένως ναι. Είναι φαινομενικό το δίπολο. Αλλά αυτό επειδή τόσο το νεοφιλελεύθερο κέντρο και οι συνοδοιπόροι του όσο και η ακροδεξιά υποστηρίζουν στο βάθος τον ίδιο δρόμο. Υποστηρίζουν το δρόμο της εκμετάλλευσης, της ουσιαστικής ανελευθερίας και της φτώχειας. Απλώς το κάνουν με διαφορετικούς τρόπους. Ή μάλλον έχουν διαφορετικά καρότα, έχουν όμως ίδιο μαστίγιο (ο ένας την ωμή βία και ο άλλος την οικονομική και ψυχολογική) και βεβαίως ίδιους σκοπούς. Γιατί όταν οι μεν υπόσχονται την ελευθερία μέσα στο πλαίσιο του δεδομένου κοινωνικοοικονομικού δαρβινισμού που συνεπάγονται οι θέσεις τους ενώ οι δε την ελευθερία μόνο όμως για τους άξιους (όσοι δηλαδή είναι εν προκειμένω εγκεκριμένοι ελληναράδες πατριώτες), ποια είναι άραγε η διαφορά; Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μια ζούγκλα, στην οποία έτσι κι αλλιώς είναι ελεύθερος κάποιος αλλά καραδοκούν ζώα ισχυρότερα που είναι επίσης ελεύθερα να τον φάνε.
Γιατί όμως είναι τόσο «διστακτική» ακόμα η άνοδος της; Μα βεβαίως γιατί πρόκειται για τη δύσκολη λύση. Δεν είναι εύκολες ούτε οι ρήξεις, ούτε οι τομές που χρειάζεται να γίνουν για να εξανθρωπιστεί το ανθρώπινο οικοδόμημα. Είναι ο στίχος του Ελύτη που χαρακτηριστικά αναφέρει πως «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή, θέλει νεκροί
Ελλοχεύει βέβαια και το ιδεολογικό κομμάτι: κατά πόσο δηλαδή είναι εύκολο να αρχίσεις να σκέφτεσαι διαφορετικά και να σπάσεις ταμπού και ιδεοληψίες που μέχρι πρότινος είχες. Κατά πόσο θα αποφασίσεις να αγωνιστείς για αυτά που δικαιούσαι όταν έχεις μάθει για παράδειγμα μόνο να ζητάς ή να προσεύχεσαι; Κατά πόσο θα πας κόντρα σε ανθρώπους και μηχανισμούς όταν έχεις μάθει να υποτάσσεσαι; Κατά πόσο θα δεχτείς να κακοπεράσεις και να ιδρώσεις όταν έχεις μάθει να σαι άνετος;
Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και η σιγουριά της επιτυχίας. Δεν υπάρχει καμία ενδεδειγμένη και πλήρως εξασφαλισμένη οδός, ούτε τεχνοκράτες ή φύρερ που να υποδεικνύουν το σωστό και το λάθος. Υπάρχουν αναλύσεις, σημαντικά έργα και απόψεις, ωστόσο αυτά εφόσον τα αποδεχθεί κανείς μπορούν να ορίσουν μόνο μια γενική κατεύθυνση. Εμείς είμαστε που πρέπει να δούμε πώς με βάση τις αξιακές και ιδεολογικές μας πυξίδες θα διαμορφώσουμε το μέλλον μας. Και αυτό σίγουρα χρειάζεται ιδρώτα και χρόνο.
Όλα αυτά απεικονίζονται πλήρως στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Οι αλλαγές σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο: όπως είναι η ελαστική εργασία και η εκούσια φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων πληθυσμού, σε πολιτικό: απ’ τη μια η ριζοσπαστική αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, απ’ την άλλη το νεοφιλελεύθερο κέντρο των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ, Δημιουργία Ξανά, ΔΡΑΣΗ, Ανεξάρτητων Ελλήνων και βεβαίως η ακροδεξιά της Χρυσής Αυγής, και σε ηθικό: όπως είναι η ηθική αποδοχή και νομιμοποίηση τόσο της εκμετάλλευσης και της ανασφάλειας που συνεπάγεται η «ελαστική εργασία» όσο και της ακροδεξιάς, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.
Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Το ζήτημα είναι όμως να αξιοποιήσουμε τους καιρούς αυτούς. Να αξιοποιήσουμε τη μεταιχμιακή κατάσταση που περιγράφεται παραπάνω, την κοινωνική και οικονομική αστάθεια και γενικότερα τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του στάτους κβο, για να κάνουμε τη γη να γυρίζει αριστερόστροφα.
Κυριακή 13 Μαΐου 2012
Ο ρόλος της νεολαίας στο σήμερα
3:18 π.μ.
Άρθρο για το περιοδικό "No pasaran" της ΑΡΕΝ Νομικής ΑΠΘ
προϊόν συνεργασίας των
Μανωλίδη Δημήτρη-Πλιακογιάννη Δημήτρη
Σήμερα, βλέπουμε να κυριαρχούν εν γένει η απελπισία και η οργή και δη στην Ελλάδα σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής χρεοκοπίας. Πιο συγκεκριμένα έχουμε ένα πολιτικό σύστημα που δεν εκπροσωπεί τη μισή Ελλάδα, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ψηφίζουν είτε υποκύπτοντας σε (ψευδό)διλήμματα του τύπου υπευθυνότητα ή χάος, ευρώ ή καταστροφή, αυτοδυναμία ή αστάθεια είτε με βάση τον λιγότερο κακό. Το πολιτικό σύστημα της χρεοκοπίας επέβαλε στην χώρα ένα έκτακτο καθεστώς με την Τρόικα και τους δανειστές, με την υπογραφή των μνημονιακών δανειακών συμβάσεων, με σκοπό την εξυπηρέτηση των δανειστών και την σωτηρία της ευρωζώνης ως νομισματική ένωση. Οι πολιτικές του καθεστώτος του Μνημονίου εκτίναξαν την ανεργία σε πρωτόγνωρα ύψη (οι άνεργοι ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο ενώ κι απ’ όσους δουλεύουν τα πράγματα δεν είναι καλύτερα καθώς πολλοί το κάνουν σε συνθήκες εκβιασμού και εκμετάλλευσης υπό τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης), ο δημόσιος πλούτος εκχωρείται άνευ όρων στους δανειστές ενώ παράλληλα έχει διαλυθεί η κοινωνική ισορροπία, καθώς πια ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ζει κάτω απ’ το όριο της φτώχειας. Η Ελλάδα έχει βρεθεί με μια διαλυμένη και εξαρτημένη οικονομία, με αποσαρθρωμένο βιομηχανικό και παραγωγικό ιστό, με την θηλιά του χρέους και του ευρώ να μπλοκάρει οποιαδήποτε συζήτηση διεξόδου, να είναι το «πρεζάκι» της ΕΕ και του ΔΝΤ εξαρτώντας την οικονομική της βιωσιμότητα από τα φιλελληνικά έντοκα δάνειά τους, μεταμορφωμένη σε μια μεταμοντέρνα τριτοκοσμική αποικία των ξένων συμφερόντων, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα συμφέροντα και των ντόπιων αρπακτικών, οι οποίοι θυσίασαν στο βωμό του κέρδους κάθε έννοια δικαιώματος, δημοκρατίας, εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, επιλέγοντας τον δρόμο της υποτέλειας και της εξαθλίωσης για τον λαό.
Απ’ την άλλη βλέπουμε μια Ευρώπη να ξυπνάει από το όνειρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά από προβλήματα από τα τεράστια δημόσια χρέη μέχρι την άνοδο της ακροδεξιάς, που καθιστούν πια υπαρκτή την συζήτηση για την επιβίωση ή όχι της ευρωζώνης ή και της ΕΕ. Βλέπουμε το τρίο των πάλαι πότε υπερδυνάμεων: ΗΠΑ-Ευρώπη-Ιαπωνία να απειλείται από νέες δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και η Βραζιλία (ΒRIC). Βλέπουμε όλο και περισσότερες χώρες να κηρύττουν ανυπακοή στις αγορές και στο υπερεθνικό στάτους κβο: από τη Βενεζουέλα, τον Ισημερινό και τη Βολιβία μέχρι την Αργεντινή. Βλέπουμε επίσης φονταμελιστικές χώρες όπως το Πακιστάν και το Ιράν και ολοκληρωτικές όπως η Β. Κορέα να αναπτύσσουν και αυτές πυρηνική τεχνολογία. Βλέπουμε έναν κόσμο που παρά την εκρηκτική άνοδο της τεχνολογίας εξακολουθεί να πεινάει και να εξαθλιώνεται. Πράγματι όμως τέτοιοι καιροί είναι ενδιαφέροντες. Εκείνοι που ο πολιτικός χρόνος συμπυκνώνεται, τα γεγονότα τρέχουν, και αποτυπώνονται με τόνους μελάνι στα βιβλία της ιστορίας. Το σήμερα λοιπόν ανήκει σε τέτοιες περιπτώσεις. Είναι συνάμαδυσβάστακτο μα και ενδιαφέρον.
Τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Ενδεικτικά:
-Βιώσαμε πρώτα απ’ όλα την αραβική άνοιξη. Πρόκειται για τη μαζική λαϊκή αντίδραση απέναντι σε δικτατορικά καθεστώτα της
Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, αλλού με επιτυχία και νέες εξελίξεις (Τυνησία, Αίγυπτος) κι αλλού όχι (Συρία, Μπαχρέιν, Υεμένη, Αλγερία, Ιορδανία, Ομάν, Λιβύη). Χαρακτηριστικό των κινημάτων που εκδηλώθηκαν ήταν η χρήση των κοινωνικών δικτύων και του ίντερνετ.
Ζήσαμε επίσης τα γεγονότα στην Αίγυπτο και στην πλατεία Ταχρίρ, όπου πολλές εκατοντάδες έχουν χάσει τη ζωή τους από την καταστολή των διαδηλώσεων. Το κίνημα των πλατειών πέρασε και σε πολλές άλλες χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι γέμισαν τις πλατείες των πόλεων για 1,5 μήνα ζητώντας επιτακτικά κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία και απαξιώνοντας το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα, δίχως να οργανώνονται από κάποιον πολιτικό φορέα. Άνθρωποι πράγματι αγανακτισμένοι, που πολλοί απ’ αυτούς δεν είχαν ξανασυμμετάσχει σε διαμαρτυρία.
-Με το σύνθημα «Όπως τα αδέλφια μας στις Αίγυπτο, Ελλάδα, Ισπανία και Ισλανδία, σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε την τακτική μαζικών καταλήψεων της Αραβικής Άνοιξης για να αποκαταστήσουμε τη δημοκρατία στην Αμερική... Είμαστε το 99%, που δεν ανεχόμαστε πια την απληστία και διαφθορά του 1%», την σκυτάλη παίρνουν οι ΗΠΑ, το κέντρο του σύγχρονου καπιταλισμού, με το ξέσπασμα του κινήματος Occupy Wall street ,που εκδηλώθηκε και σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία και η Βρετανία.
-Γνωρίσαμε τους Anonymous και το Wikileaks. Το διαδικτυακό τρόπο αντίδρασης στο σύστημα με όπλα τη διαδικτυακή δράση και την πληροφόρηση αντίστοιχα. Είδαμε πως κολοσσοί σαν τη Microsoft ή τη CIA είναι αρκετά ευάλωτοι για έναν χάκερ κι απ’ την άλλη επιβεβαιώθηκαν με ντοκουμέντα πληροφορίες που μέχρι πρότινος αποτελούσαν από απλές εικασίες έως θεωρίες συνομωσίας.
-Είδαμε τέλος, μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις τόσο στον ευρωπαϊκό νότο γενικά όσο και στην Ελλάδα τον Ιούλιο, τον Οκτώβρη(παρελάσεις) και το Φεβρουάριο, όταν περίπου ένα εκατομμύριο κόσμος στην Ελλάδα κατέβηκε στους δρόμους και δήλωσε την αντίθεσή του στην πολιτική της λιτότητας
Η νεολαία δεν ήταν απούσα από τους αγώνες αυτούς: στις ΗΠΑ, οι νέοι κυρίως άνθρωποι που στελεχώνουν το Occupy, διαμαρτύρονται για την προφανή αδικία που βιώνουν, για τα δισεκατομμύρια που δωρίζονται στο χρηματοπιστωτικό τομέα και για την άδικη φορολογική επιβάρυνση των λαϊκών στρωμάτων, δεχόμενοι συστηματικά επίσης δυσανάλογα μεγάλη καταστολή, ενώ σε Αγγλία, Ιταλία, Καναδά, Χιλή (αλλά και Ελλάδα, με το κίνημα του Σεπτέμβρη), η σπουδάζουσα νεολαία βγήκε στο δρόμο, ζητώντας ουσιαστικά ίσες ευκαιρίες στην παιδεία και φέρονταν κατά της τακτικής των διδάκτρων. Χιλιάδες λοιπόν νέοι και παρά τη συστηματική προπαγάνδα ορισμένων χώρων κράτησαν επί μήνες κλειστές τις σχολές τους, βγήκαν στο δρόμο, αγωνίστηκαν, προσπαθώντας να αντιδράσουν με το δικό τους τρόπο σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους.
Σήμερα, στην Ελλάδα, τον αδύναμο κρίκο του ευρωενωσιακού όσο και παγκόσμιου καπιταλιστικού οικοδομήματος, ζει, επιβιώνει, προβληματίζεται, μετασχηματίζεται, δοκιμάζει, δρα, «απασφαλίζεται» μια βραδυφλεγής βόμβα: η νεολαία. Η νεολαία, που βιώνει τα αδιέξοδα, την απόρριψη, την αβεβαιότητα αλλά και φέρει την ελπίδα, το ψάξιμο, την δίψα για αλλαγή. Την νεολαία, που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη γενιά, που βιώνει στο πετσί της τα αδιέξοδα, που δεν μορφώνεται αλλά συσσωρεύει πληροφορίες, που αποτελεί το ζωντανό πειραματόζωο για τις αλλαγές στην εργασία. Μια νεολαία που κοινό χαρακτηριστικό της έχει το «μη-μέλλον» στην χώρα, αυτό της αβεβαιότητας και της ανεργίας, της δουλειάς με 400 ευρώ ή της μετανάστευσης.
Μέσα σε αυτήν την νεολαία της σύγχυσης και των πολλών ταχυτήτων, υπάρχει μια τάση ανησυχίας, που ψάχνει απαντήσεις, προοπτική, διέξοδο, που δεν βολεύεται στα υπαρκτά, που ψάχνει απεγνωσμένα τρόπο να εκφραστεί. Συνεχώς, η πολιτική επιστρέφει όλο και περισσότερο στις συζητήσεις της νεολαίας, καθώς τα ερωτήματα και τα διλήμματα πλέον έχουν βαθύνει και ζητούν απάντηση : «Υπάρχει λύση; Μπορούμε να νικήσουμε; Ποιος ο δικός μου ρόλος σε αυτό;» . Επιστρέφει η πολιτική συζήτηση στην νεολαία μέσω ενός εκκωφαντικού κενού, κενού πολιτικής έκφρασης , κενού απάντησης στην χρεοκοπία και την διαγραφή του μέλλοντος μιας ολόκληρης γενιάς. Αυτό το κενό καλούνται, στο κομμάτι τουλάχιστον της σπουδάζουσας νεολαίας, να καλύψουν οι πολιτικές δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος. Μιλάμε για τις δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος, που θα μπορούσαν να χτίσουν ένα φρέσκο ρεύμα ελπίδας στην νεολαία, να δώσουν μια κατεύθυνση στον αγώνα, να συσπειρώσουν και, να οικοδομήσουν μια άλλη αντίληψη στην νεολαία, ότι το μέλλον θα κερδηθεί μόνο με την ανατροπή αυτής της πολιτικής εξουσίας και δεν χαρίζεται αμαχητί!
Κυρίως, λοιπόν, αναφερόμαστε στις δυνάμεις της φοιτητικής Αριστεράς. Το ζήτημα του γιατί αυτή η δύναμη δεν μπόρεσε να εκφράσει, να συσπειρώσει, να προχωρήσει την κουβέντα και την σκέψη, να συνεισφέρει στην οικοδόμηση ενός πολιτικού και κοινωνικού μετώπου διεξόδου της χώρας, είναι κυρίως πολιτικό: δεν εκφώνησε αυτό το πολιτικό σχέδιο που θα μπορούσε να πείσει ότι μπορεί να πετύχει, απαντώντας στους βασικούς προβληματισμούς του καθενός. Προφανώς, εδώ δεν απαιτούμε κάποια φαεινή, κάποια έτοιμη και τέλεια πλατφόρμα που μας έπεσε από τον ουρανό. Ωστόσο, υπάρχουν κατευθύνσεις που θα μπορούσαν να δοθούν στην φοιτητική νεολαία, «μπούσουλες», που θα μπορούσαν να μετατρέψουν το φοιτητικό κίνημα σε μια δύναμη κρούσης του λαϊκού κινήματος. Παρόλα αυτά, η φοιτητική αριστερά δεν τόλμησε να ανοίξει μια συνολική κουβέντα, περιορίστηκε στον συνδικαλισμό και τα «της παιδείας», είτε πρόβαλε μαζικά την κομματική περιχαράκωση, την αναπαραγωγή, την επιβίωση ως πρώτο καθήκον.
Ένα ρεύμα που θα θέσει ως προμετωπίδα τον πολιτικό αγώνα, την αντίληψη ότι χωρίς ανατροπή της πολιτικής εξουσίας δεν μπορεί να υπάρξει καμία αλλαγή ούτε στην χώρα, ούτε στο πανεπιστήμιο, ούτε στην νεολαία.
προϊόν συνεργασίας των
Μανωλίδη Δημήτρη-Πλιακογιάννη Δημήτρη
Πέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης κι εν μέσω μιας πολυδιάστατης συνεχούς κρίσης στην Ελλάδα θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε πως ζούμε πράγματι σε ενδιαφέροντες καιρούς. Δεν ξέρω αν είναι καλό αυτό. Οι Κινέζοι όταν ήθελαν να καταραστούν κάποιον του εύχονταν να ζήσει σε ενδιαφέροντες καιρούς.
Σήμερα, βλέπουμε να κυριαρχούν εν γένει η απελπισία και η οργή και δη στην Ελλάδα σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής χρεοκοπίας. Πιο συγκεκριμένα έχουμε ένα πολιτικό σύστημα που δεν εκπροσωπεί τη μισή Ελλάδα, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ψηφίζουν είτε υποκύπτοντας σε (ψευδό)διλήμματα του τύπου υπευθυνότητα ή χάος, ευρώ ή καταστροφή, αυτοδυναμία ή αστάθεια είτε με βάση τον λιγότερο κακό. Το πολιτικό σύστημα της χρεοκοπίας επέβαλε στην χώρα ένα έκτακτο καθεστώς με την Τρόικα και τους δανειστές, με την υπογραφή των μνημονιακών δανειακών συμβάσεων, με σκοπό την εξυπηρέτηση των δανειστών και την σωτηρία της ευρωζώνης ως νομισματική ένωση. Οι πολιτικές του καθεστώτος του Μνημονίου εκτίναξαν την ανεργία σε πρωτόγνωρα ύψη (οι άνεργοι ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο ενώ κι απ’ όσους δουλεύουν τα πράγματα δεν είναι καλύτερα καθώς πολλοί το κάνουν σε συνθήκες εκβιασμού και εκμετάλλευσης υπό τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης), ο δημόσιος πλούτος εκχωρείται άνευ όρων στους δανειστές ενώ παράλληλα έχει διαλυθεί η κοινωνική ισορροπία, καθώς πια ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ζει κάτω απ’ το όριο της φτώχειας. Η Ελλάδα έχει βρεθεί με μια διαλυμένη και εξαρτημένη οικονομία, με αποσαρθρωμένο βιομηχανικό και παραγωγικό ιστό, με την θηλιά του χρέους και του ευρώ να μπλοκάρει οποιαδήποτε συζήτηση διεξόδου, να είναι το «πρεζάκι» της ΕΕ και του ΔΝΤ εξαρτώντας την οικονομική της βιωσιμότητα από τα φιλελληνικά έντοκα δάνειά τους, μεταμορφωμένη σε μια μεταμοντέρνα τριτοκοσμική αποικία των ξένων συμφερόντων, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα συμφέροντα και των ντόπιων αρπακτικών, οι οποίοι θυσίασαν στο βωμό του κέρδους κάθε έννοια δικαιώματος, δημοκρατίας, εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, επιλέγοντας τον δρόμο της υποτέλειας και της εξαθλίωσης για τον λαό.
Απ’ την άλλη βλέπουμε μια Ευρώπη να ξυπνάει από το όνειρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά από προβλήματα από τα τεράστια δημόσια χρέη μέχρι την άνοδο της ακροδεξιάς, που καθιστούν πια υπαρκτή την συζήτηση για την επιβίωση ή όχι της ευρωζώνης ή και της ΕΕ. Βλέπουμε το τρίο των πάλαι πότε υπερδυνάμεων: ΗΠΑ-Ευρώπη-Ιαπωνία να απειλείται από νέες δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και η Βραζιλία (ΒRIC). Βλέπουμε όλο και περισσότερες χώρες να κηρύττουν ανυπακοή στις αγορές και στο υπερεθνικό στάτους κβο: από τη Βενεζουέλα, τον Ισημερινό και τη Βολιβία μέχρι την Αργεντινή. Βλέπουμε επίσης φονταμελιστικές χώρες όπως το Πακιστάν και το Ιράν και ολοκληρωτικές όπως η Β. Κορέα να αναπτύσσουν και αυτές πυρηνική τεχνολογία. Βλέπουμε έναν κόσμο που παρά την εκρηκτική άνοδο της τεχνολογίας εξακολουθεί να πεινάει και να εξαθλιώνεται. Πράγματι όμως τέτοιοι καιροί είναι ενδιαφέροντες. Εκείνοι που ο πολιτικός χρόνος συμπυκνώνεται, τα γεγονότα τρέχουν, και αποτυπώνονται με τόνους μελάνι στα βιβλία της ιστορίας. Το σήμερα λοιπόν ανήκει σε τέτοιες περιπτώσεις. Είναι συνάμαδυσβάστακτο μα και ενδιαφέρον.
Τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Ενδεικτικά:
-Βιώσαμε πρώτα απ’ όλα την αραβική άνοιξη. Πρόκειται για τη μαζική λαϊκή αντίδραση απέναντι σε δικτατορικά καθεστώτα της
Ζήσαμε επίσης τα γεγονότα στην Αίγυπτο και στην πλατεία Ταχρίρ, όπου πολλές εκατοντάδες έχουν χάσει τη ζωή τους από την καταστολή των διαδηλώσεων. Το κίνημα των πλατειών πέρασε και σε πολλές άλλες χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι γέμισαν τις πλατείες των πόλεων για 1,5 μήνα ζητώντας επιτακτικά κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία και απαξιώνοντας το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα, δίχως να οργανώνονται από κάποιον πολιτικό φορέα. Άνθρωποι πράγματι αγανακτισμένοι, που πολλοί απ’ αυτούς δεν είχαν ξανασυμμετάσχει σε διαμαρτυρία.
-Γνωρίσαμε τους Anonymous και το Wikileaks. Το διαδικτυακό τρόπο αντίδρασης στο σύστημα με όπλα τη διαδικτυακή δράση και την πληροφόρηση αντίστοιχα. Είδαμε πως κολοσσοί σαν τη Microsoft ή τη CIA είναι αρκετά ευάλωτοι για έναν χάκερ κι απ’ την άλλη επιβεβαιώθηκαν με ντοκουμέντα πληροφορίες που μέχρι πρότινος αποτελούσαν από απλές εικασίες έως θεωρίες συνομωσίας.
-Είδαμε τέλος, μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις τόσο στον ευρωπαϊκό νότο γενικά όσο και στην Ελλάδα τον Ιούλιο, τον Οκτώβρη(παρελάσεις) και το Φεβρουάριο, όταν περίπου ένα εκατομμύριο κόσμος στην Ελλάδα κατέβηκε στους δρόμους και δήλωσε την αντίθεσή του στην πολιτική της λιτότητας
Η νεολαία δεν ήταν απούσα από τους αγώνες αυτούς: στις ΗΠΑ, οι νέοι κυρίως άνθρωποι που στελεχώνουν το Occupy, διαμαρτύρονται για την προφανή αδικία που βιώνουν, για τα δισεκατομμύρια που δωρίζονται στο χρηματοπιστωτικό τομέα και για την άδικη φορολογική επιβάρυνση των λαϊκών στρωμάτων, δεχόμενοι συστηματικά επίσης δυσανάλογα μεγάλη καταστολή, ενώ σε Αγγλία, Ιταλία, Καναδά, Χιλή (αλλά και Ελλάδα, με το κίνημα του Σεπτέμβρη), η σπουδάζουσα νεολαία βγήκε στο δρόμο, ζητώντας ουσιαστικά ίσες ευκαιρίες στην παιδεία και φέρονταν κατά της τακτικής των διδάκτρων. Χιλιάδες λοιπόν νέοι και παρά τη συστηματική προπαγάνδα ορισμένων χώρων κράτησαν επί μήνες κλειστές τις σχολές τους, βγήκαν στο δρόμο, αγωνίστηκαν, προσπαθώντας να αντιδράσουν με το δικό τους τρόπο σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους.
Όλα αυτά είναι τα θετικά στίγματα των ενδιαφερόντων καιρών που διαβιούμε. Σηματοδοτούν, αν μη τι άλλο, το ξέσπασμα παγκοσμίως ενός ριζοσπαστισμού, μιας ενδιάθετης κατάστασης για ρήξη και αλλαγή. Σηματοδοτούν την μαζική και παγκόσμια χρεοκοπία του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και την δυνατότητα υπέρβασης του και χτισίματος ενός άλλου κόσμου.
Παγκόσμια, παρόλα αυτά, αυτό που διαφαίνεται, ενώ πλήρως το σύστημα του καπιταλισμού καταρρέει και χρεοκοπεί στους λαούς, δεν υπάρχει ένας άλλος πόλος, ένα άλλο ηγεμονικό σχέδιο, που να σηκώσει την αντιπαράθεση, να προβάλλει έναν άλλο κόσμο και να σηκώσει την ανθρωπότητα σε νέα ύψη, που να μετασχηματίσει την οργή αυτή των λαών σε κινητήριο δύναμη για την διαγραφή μιας εναλλακτικής πορείας. Υπάρχει, δηλαδή, μία κρίση αντιπροσώπευσης, και ειδικότερα, κρίση αριστερής/κομμουνιστικής πολιτικής, που θα μπορούσε να αντιστρέψει τα αδιέξοδα και να απαντήσει στα διλήμματα και την εξαθλίωση. Ζητούμενο λοιπόν, για κάθε πολιτικό σχηματισμό είναι η πολιτική έκφραση αυτής της αναταραχής, η συγκρότηση τόσο ενός μεταβατικού και προοδευτικού προγράμματος διεξόδου από την κρίση όσο και ενός πολιτικού υποκειμένου που να συσπειρώσει, να συντονίσει, να απελευθερώσει δυνάμεις στην κατεύθυνση της αλλαγής, του άλλου κόσμου, του σοσιαλισμού.
Σήμερα, στην Ελλάδα, τον αδύναμο κρίκο του ευρωενωσιακού όσο και παγκόσμιου καπιταλιστικού οικοδομήματος, ζει, επιβιώνει, προβληματίζεται, μετασχηματίζεται, δοκιμάζει, δρα, «απασφαλίζεται» μια βραδυφλεγής βόμβα: η νεολαία. Η νεολαία, που βιώνει τα αδιέξοδα, την απόρριψη, την αβεβαιότητα αλλά και φέρει την ελπίδα, το ψάξιμο, την δίψα για αλλαγή. Την νεολαία, που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη γενιά, που βιώνει στο πετσί της τα αδιέξοδα, που δεν μορφώνεται αλλά συσσωρεύει πληροφορίες, που αποτελεί το ζωντανό πειραματόζωο για τις αλλαγές στην εργασία. Μια νεολαία που κοινό χαρακτηριστικό της έχει το «μη-μέλλον» στην χώρα, αυτό της αβεβαιότητας και της ανεργίας, της δουλειάς με 400 ευρώ ή της μετανάστευσης.
Μέσα σε αυτήν την νεολαία της σύγχυσης και των πολλών ταχυτήτων, υπάρχει μια τάση ανησυχίας, που ψάχνει απαντήσεις, προοπτική, διέξοδο, που δεν βολεύεται στα υπαρκτά, που ψάχνει απεγνωσμένα τρόπο να εκφραστεί. Συνεχώς, η πολιτική επιστρέφει όλο και περισσότερο στις συζητήσεις της νεολαίας, καθώς τα ερωτήματα και τα διλήμματα πλέον έχουν βαθύνει και ζητούν απάντηση : «Υπάρχει λύση; Μπορούμε να νικήσουμε; Ποιος ο δικός μου ρόλος σε αυτό;» . Επιστρέφει η πολιτική συζήτηση στην νεολαία μέσω ενός εκκωφαντικού κενού, κενού πολιτικής έκφρασης , κενού απάντησης στην χρεοκοπία και την διαγραφή του μέλλοντος μιας ολόκληρης γενιάς. Αυτό το κενό καλούνται, στο κομμάτι τουλάχιστον της σπουδάζουσας νεολαίας, να καλύψουν οι πολιτικές δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος. Μιλάμε για τις δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος, που θα μπορούσαν να χτίσουν ένα φρέσκο ρεύμα ελπίδας στην νεολαία, να δώσουν μια κατεύθυνση στον αγώνα, να συσπειρώσουν και, να οικοδομήσουν μια άλλη αντίληψη στην νεολαία, ότι το μέλλον θα κερδηθεί μόνο με την ανατροπή αυτής της πολιτικής εξουσίας και δεν χαρίζεται αμαχητί!Κυρίως, λοιπόν, αναφερόμαστε στις δυνάμεις της φοιτητικής Αριστεράς. Το ζήτημα του γιατί αυτή η δύναμη δεν μπόρεσε να εκφράσει, να συσπειρώσει, να προχωρήσει την κουβέντα και την σκέψη, να συνεισφέρει στην οικοδόμηση ενός πολιτικού και κοινωνικού μετώπου διεξόδου της χώρας, είναι κυρίως πολιτικό: δεν εκφώνησε αυτό το πολιτικό σχέδιο που θα μπορούσε να πείσει ότι μπορεί να πετύχει, απαντώντας στους βασικούς προβληματισμούς του καθενός. Προφανώς, εδώ δεν απαιτούμε κάποια φαεινή, κάποια έτοιμη και τέλεια πλατφόρμα που μας έπεσε από τον ουρανό. Ωστόσο, υπάρχουν κατευθύνσεις που θα μπορούσαν να δοθούν στην φοιτητική νεολαία, «μπούσουλες», που θα μπορούσαν να μετατρέψουν το φοιτητικό κίνημα σε μια δύναμη κρούσης του λαϊκού κινήματος. Παρόλα αυτά, η φοιτητική αριστερά δεν τόλμησε να ανοίξει μια συνολική κουβέντα, περιορίστηκε στον συνδικαλισμό και τα «της παιδείας», είτε πρόβαλε μαζικά την κομματική περιχαράκωση, την αναπαραγωγή, την επιβίωση ως πρώτο καθήκον.
Η αριστερά (όχι μόνο η φοιτητική) πρέπει να υπερβεί εαυτόν, να ξεπεράσει στεγανά και αντιλήψεις, να βγάλει τα γυαλιά των κινητοποιήσεων για το άρθρο 16 το 2006-07, να οικοδομήσει ένα πραγματικό μέτωπο στην νεολαία, ένα διακριτό ρεύμα, που θα βασίζεται σε ένα συνεκτικό πρόγραμμα διεξόδου της χώρας, ένα ρεύμα που θα έρχεται σε αντιπαράθεση με τον χρεωκοπημένο ευρωπαϊσμό και τα διλήμματα που θέτει, που θα απαντά στις ανησυχίες, που θα διαγράφει ρεαλιστικά την δυνατότητα ανεξάρτητης και παραγωγικής πορείας της χώρας, χωρίς τα δεσμά των δανειστών και των ευρωπαίων εταίρων, που θα μιλήσει για την εξαθλίωση που έρχεται, που θα του πει «ή θα πεινάσεις για να τρώνε οι άλλοι ή για να φάνε τα παιδιά σου», που θα δώσει ξανά όραμα και ελπίδα στην νεολαία και τον λαό.
Ένα ρεύμα που θα θέσει ως προμετωπίδα τον πολιτικό αγώνα, την αντίληψη ότι χωρίς ανατροπή της πολιτικής εξουσίας δεν μπορεί να υπάρξει καμία αλλαγή ούτε στην χώρα, ούτε στο πανεπιστήμιο, ούτε στην νεολαία.
Ένα ρεύμα στην νεολαία που θα μιλά για την ανάγκη οικοδόμησης ενός πολιτικού και κοινωνικού μετώπου για την διέξοδο της χώρας, με ραχοκοκαλιά τη νέα γενιά και καταλυτικό ρόλο στην οργάνωση και την δράση του λαϊκού κινήματος και στους αγώνες για την ανατροπή του καθεστώτος τρόικας-ΕΕ-ΔΝΤ, την διαγραφή του χρέους, την ανεξάρτητη οικονομική πολιτική της χώρας, την ρήξη με την ΕΕ, την παραγωγική ανασυγκρότηση και την διεκδίκηση μιας άλλης θέσης της χώρας στο διεθνές στερέωμα. Για να τα κάνει όλα αυτά η αριστερά, απαραίτητο στοιχείο είναι η ανασύνθεση της πάνω στα ερωτήματα της καθημερινότητας της κρίσης και της χρεοκοπίας, με βάση το σήμερα και την πραγματικότητα, με μια ειλικρινή ενωτική διάθεση. Να αγωνιστεί για να σπάσουν οι βεβαιότητες και οι μύθοι, για να δείξει ότι υπάρχει ελπίδα, υπάρχει άλλος δρόμος: αυτός του παρατεταμμένου και μαζικού λαϊκού αγώνα, με ένα πλατύ μέτωπο που θα έχει μπροστάρη και ψυχή την νεολαία, που θα χτίσει μια χώρα ελεύθερη, από χρέη και αγορές, ανεξάρτητη, από ξένους και ντόπιους παράγοντες, λαοκρατούμενη, με τον λαό να δίνει ένα πραγματικό μήνυμα αλληλεγγύης, δημοκρατίας, οικοδόμησης ενός άλλου κόσμου, έξω από τα αδιέξοδα του καπιταλισμού.
Κυριακή 29 Απριλίου 2012
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: οι top-5 προεκλογικές προπαγάνδες
5:26 μ.μ.
του Δημήτρη Μανωλίδη
#1 «Αυτοδυναμία ή χάος»
Αγαπημένο σύνθημα/δίλημμα που θέτει ο Σαμαράς τις τελευταίες βδομάδες. Με περισσό θράσος ισχυρίζεται πως η μόνη λύση για τη χώρα και το λαό της είναι μια σταθερή, ισχυρή κυβέρνηση, η οποία ως τέτοια θα μπορεί να επαναδιαπραγματευθεί και να οδηγήσει τη χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά. Θυμίζει κατά πολλούς, κι όχι αδίκως, άλλα τέτοια παρόμοια διλήμματα που έθετε η δεξιά παράταξη όπως το «Καραμανλής ή τανκς» το 1974 ή το «Καραμανλής ή χάος» το 2009. Βεβαίως πρόκειται για ένα εκβιαστικό, καθαρά κινδυνολογικού περιεχομένου, δίλημμα που αποτυπώνει την άκρατη φιλοδοξία του Σαμαρά, το πόσο θέλει να γίνει πρωθυπουργός, ακόμα κι αν αυτό θα έχει ως συνέπεια την επιδείνωση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός λαός. Όσο κι αν με τέτοια συνθήματα το αποσιωπά και συσπειρώνει τους παραδοσιακούς νεοδημοκράτες ψηφοφόρους, η μετεκλογική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ μοιάζει σίγουρη, καθώς το ακροατήριο του Σαμαρά μάλλον προτιμά το «χάος» παρά τη δική του αυτοδυναμία δίνοντάς του ποσοστά από 18-22% σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις.
#2 «Τι χρυσή αυγή, τι ΑΝΤΑΡΣΥΑ»
Γενικά ακούγονται πολλά περί σύγκλισης των λεγόμενων άκρων. Το «τι ακροδεξιός τι ακροαριστερός» είναι της μόδας τελευταίως. Το κωμικοτραγικό είναι πως, ενώ κάτι τέτοια συνηθίζαμε να ακούμε από το χώρο της δεξιάς ή του κέντρου, πλέον ακούγεται και από τα στόματα πολλών «συντρόφων» της αριστεράς. Και μάλιστα όχι όποιας κι όποιας αριστεράς, αλλά της αριστεράς της υπευθυνότητας και του πραγματισμού, στην οποία και ανήκει ο Γ. Ψαριανός (υποψήφιος με τη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη), ο οποίος και έκανε σχετική δήλωση τελευταία. Κατ’ αρχήν η μεγαλύτερη διαφορά είναι το ιδεολογικό φόντο. Για ποιους σκοπούς (πιστεύει ότι) αγωνίζεται η ακροαριστερά και για ποιους η ακροδεξιά; Οι πρώτοι κάνουν λόγο για ισότητα κι ελευθερία ενώ οι δεύτεροι για εθνικισμούς, καθαρότητα, ξενοφοβία, συνομωσίες και αναβίωση ναζιστικών και φασιστικών στοιχείων. Οι πρώτοι μιλάνε για αλληλεγγύη και ταξική πάλη (με στόχο την αταξική κοινωνία) και οι δεύτεροι για μίσος και περιχαράκωση. Έχουν όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό. Αποτελούν και τα δύο «συμπτώματα» του παρόντος συστήματος: η ακροαριστερά είναι ο εσωτερικός εχθρός του συστήματος τον οποίο το ίδιο έχει γεννήσει λόγω της φύσης και των αντιφάσεών του ενώ η ακροδεξιά είναι ο ύστατος σύμμαχος του ο οποίος και ενισχύεται όταν το σύστημα αγγίζει τα όριά του όπως τώρα μετά την κρίση του 2008 ή τη δεκαετία του 1930 μετά την κρίση του ‘29. Πέραν όμως από τα ιδεολογικά, ο συσχετισμός μια εγκληματικής οργάνωσης (που πολλά ανώτερα μέλη της έχουν ποινικό παρελθόν και που πουλάει προστασία στο κέντρο της Αθήνας) με μια ομάδα αριστερών σχημάτων κάτω του 2%, που περιλαμβάνει αρκετά λαμπρά μυαλά και πολλά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι εκτός τόπου και χρόνου. Είναι βέβαια αντίστοιχη με το επίπεδο στο οποίο έχει πέσει ο εν λόγω δηλώσας υποψήφιος της ΔΗΜΑΡ ο οποίος ενώ πριν από 2 χρόνια το έπαιζε «αναρχο»-αριστερός με προκλητικά προοδευτικές ιδέες, πλέον βγάζει τόνους κόμπλεξ απέναντι στους εξ αριστερών της ΔΗΜΑΡ χώρους.

#3 «Δράση-Μάνος»
Αυτή η ομάδα έχει το δικό της μοναδικό τρόπο να λαϊκίσει. Θυμίζει τις υποσχέσεις των νεοφιλελεύθερων στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Eπαγγέλονταν μιαν ευημερία που θα βασιζόταν σε μέτρα φτώχειας κι εξαθλίωσης.Έτσι και σήμερα υπόσχονται συντάξεις 700 ευρώ, όταν το πρόβλημά τους με το μνημόνιο είναι ότι δεν εφαρμόζεται όπως πρέπει κι ότι δεν είναι αρκετό. Αμετανόητοι πιστοί του πιο αποτυχημένου δόγματος (μετά το χριστιανισμό) το οποίο οδήγησε λαούς ολόκληρους στην εξαθλίωση (από την Ινδονησία, τη Χιλή και τη Βραζιλία μέχρι τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Ρωσία και την πρώην ανατολική Γερμανία). Κι όμως μη μπορώντας ή μη θέλοντας να ερμηνεύσουν τους καιρούς αυτό ακριβώς ζητούν, το νεοφιλελευθερισμό. Λιγότερο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, ανύπαρκτη πρόνοια και έναν οικονομικό δαρβινισμό όπου ο οικονομικά ισχυρότερος θα «τρώει» τον ανίσχυρο. Ποια είναι λοιπόν η διαφορά απ’ το μνημόνιο; Ο ορθολογισμός και η αποτελεσματικότητα που επαγγέλλονται είναι το κάτι παραπάνω σε σχέση με το μνημόνιο, λένε. Κι έτσι θα έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα:η ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας, λένε (κι όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι!).
Τί σημαίνει όμως η ανάπτυξη που αυτοί εννοούν; Ανάπτυξη έχει και στην Ινδία, στην Τουρκία, στη Βραζιλία και στην Κίνα κανείς όμως δεν βλέπει «ευτυχισμένο» τους λαούς της, αντίθετα τα ποσοστά της φτώχειας δεν είναι αντιστρόφως ανάλογα με εκείνα της ανάπτυξης (όπως θα έπρεπε εφόσον ανάπτυξη=οικονομική επιτυχία ενός κράτους, εκτός αν οικονομική επιτυχία ενός κράτους σημαίνει κάτι άλλο από τη μείωση της φτώχειας και την ευημερία του λαού του). Και η ανεργία είναι χαμηλή λόγω της ελαστικής εργασίας, των ατομικών συμβάσεων, των εύκολων απολύσεων, των part time jobs. Αυτό όμως δεν είναι δουλειά, είναι σκέτη εκμετάλλευση. Κι εκτός αυτού δεν καλύπτει και τις οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου ο οποίος αναγκάζεται και βρίσκει και δεύτερη δουλειά για να τα βγάλει πέρα με κάποιον τρόπο (άπειρες θέσεις εργασίας ΛΕΜΕ!).Και βεβαίως το ακραίο παράδειγμα είναι η Κίνα όπου πέρα από τα προαναφερθέντα που ισχύουν και για αυτήν, οι ελεύθερες οικονομικές της ζώνες και οι ανταγωνιστικοί μισθοί προϋποθέτουν ένα αυταρχικό καθεστώς με λογοκρισία και καταστολή, στο οποίο καταμετρούνται χιλιάδες (δίχως υπερβολή) εξεγέρσεις το χρόνο και αυτοκτονίες σε χώρους εργασία (βλέπε την περίπτωση των εργοστασίων Foxconn). Αυτή είναι η σύγχρονη συνταγή της επιτυχίας βλέπετε. Άραγε με πόσο λίγο κράτος (όπως υπόσχονται) θα μπορούσαν να πετύχουν κάτι τέτοιο. Σίγουρα όχι με αυτό που φαντάζονται ή διακηρύσσουν.

#4 «Επαναδιαπραγμάτευση με την τρόικα»
Αγαπημένη προγραμματική θέση για τις ερχόμενες εκλογές, η οποία και αποτελεί τη βάση της οικονομικής πρότασης πολλών κομμάτων. Απ’ τον Καμμένο και το ΛΑΟΣ μέχρι τη ΔΗΜΑΡ, την Κατσέλη και τον Τσίπρα. Όσο λογικό είναι να διαπραγματεύονται τα πρόβατα με τους λύκους άλλο τόσο είναι και η περίφημη επαναδιαπραγμάτευση των μνημονίων. Κάτι τέτοιο προαπαιτεί πρώτα απ’ όλα μιαν ορισμένη θέση ισχύος (που δεν την έχουμε) και όσα διαπραγματευτικά ατού κι αν είχαμε, τα περισσότερα τα έχουμε απωλέσει μετά το PSI. Εκτός αυτού σημαίνει την αποδοχή/«νομιμοποίηση» του χρέους που μας καταλογίζεται. Στα αλήθεια ο ελληνικός λαός έχει 300 εκατομμύρια χρέος; Έπειτα η κατάστασή μας μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία για την αλλαγή κατ’ αρχήν της πολιτικής στη χώρα μας αλλά και εν γένει της κοινωνικής και οικονομικής της ιδιοσυστασίας. Απαγκίστρωση από το ευρώ (που ως μέρος του προβλήματος δεν είναι δυνατό να μετέχει στη λύση), παραγωγική ανασυγκρότηση, κοινωνικοποίηση των τραπεζών, αναδιανομή του πλούτου.
#5 «Καμμένος και Αριστερά θα μας καταστρέψουν»
"Ο Καμμένος και οι άλλοι κομμουνιστές θα μας κάνουν Σοβιετική Ένωση, θα επαναφέρουν τη δραχμή και θα απομονώσουν τη χώρα" υποστηρίζουν πολλοί που κάνουν τα σενάρια περί ψεκασμού "του περιούσιου μας έθνους από τη Νέα τάξη πραγμάτων" (!) αληθοφανή. Κάτι πρέπει να τους ψεκάζουν, δεν μπορεί. Ας τα πάρουμε ένα ένα. Ο Καμμένος έχει παρουσιάσει το πρόγραμμά του εδώ κι ένα μήνα. Σε αυτό γίνεται λόγος για ελεύθερες οικονομικές ζώνες για επενδύσεις (βλ. Κίνα) με ελάχιστους φορολογικούς συντελεστές και άλλες διεκολύνσεις καθώς και φορολογική αμνηστία στα κεφάλαια που θα επιστρέψουν στην "πατρίδα". Γίνεται λόγος για παράδοση της εξουσίας των αντίστοιχων υπουργίων στον αρχηγό της αστυνομίας, στον αρχηγό του ΓΕΕΘΑ και στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Με άλλα λόγια τη διοίκηση σημαντικών τομέων της κρατικής εξουσίας από μη δημοκρατικά εκλεγμένα και νομιμοποιημένα πρόσωπα. Γίνεται επίσης αναφορά στην "ολική απέλαση" των "λαθρομεταναστών" και στο φακέλωμα με εξάμηνη ανανέωση κάθε μετανάστη που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα. Και αυτά αρκούν για να αποδείξουν την αριστεροφροσύνη(!) και τις κομμουνιστικές πεποιθήσεις(!!) των Ανεξάρτητων Ελλήνων. Πως άραγε να συνεργαστεί με την αριστερά ένας χώρος όπως εκείνος του Καμμένου όταν τον χαρακτηρίζουν ο συντηρητισμός, ο εθνικισμός και οι λαΪκιστικές-δεξιές του καταβολές. Βεβαίως πρόκειται για το κλασικό "σακούλιασμα" των "αντιμνημονιακών". Πρόκειται για αγαπημένη πρακτική των φιλομνημονιακών δυνάμεων (βλέπε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) να βάζουν στην ίδια κατηγορία το ΚΚΕ, το ΣΥΡΙΖΑ, τη ΔΗΜΑΡ, με το ΛΑΟΣ, τον Καμμένο και τη χρυσή αυγή. Ο στοιχειωδώς νοήμων ψηφοφόρος μπορεί να αντιληφθεί τις διαφορές των παραπάνω σχηματισμών. Δεν υπάρχει ούτε προγραμματική σύγκλιση, ούτε κοινές ιδεολογικές και ιστορικές αναφορές μεταξύ των χώρων τους. Βεβαίως αν ο οποιοσδήποτε από αυτούς δώσει ψήφο ανοχής ή στήριξης (δίχως απαιτήσεις ή ανταλλάγματα) σε κάποιον άλλον, μπορεί άραγε εκείνος να του πει "όχι δεν θέλω τη δική ΣΟΥ ψήφο!"; Τέλος οι απειλές περί Σοβιετικής ένωσης αντλούνται αφ' ενός από την κλασική μετεμφυλιακή προπαγάνδα που επιβιώνει ακόμα και σήμερα στους κόλπους της δεξιάς σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε κακό έχει να κάνει με τον κομμουνισμό (πχ όποιος επιβουλεύεται τη χώρα είναι κομμουνιστής ή όσοι θέλουν να επιστρέψουμε στη δραχμή είναι κομμουνιστές, ή ότι κάθε σεισμός, λοιμός ή καταποντισμός είναι προΪόν κομμουνιστικής συνομωσίας) κι αφ' ετέρου από τη νεοφιλελεύθερη (μανδραβελική) μόδα ότι η Ελλάδα είναι το τελευταίο σοβιετικό κράτος, με την έννοια ότι το "κράτος" είναι πολύ μεγάλο κι ότι η κρατική παρέμβαση είναι μεγαλύτερη από τη δέουσα (ε βέβαια! ας αφήσουμε μωρέ την οικονομία να πάρει να αυτορρυθμίζεται και στην Ελλάδα, αφού το κάνει με τόση επιτυχία στον υπόλοιπο κόσμο, ας απολύσουμε δημοσίους υπαλλήλους ακόμα κι αν έχουμε απ' τους πιο "ολιγομελείς" δημόσιους τομείς στην Ευρώπη! ας ξεπουλήσουμε το δημόσιο πλούτο σε ιδιώτες για να τον αξιοποιήσουν!).
Αγαπημένο σύνθημα/δίλημμα που θέτει ο Σαμαράς τις τελευταίες βδομάδες. Με περισσό θράσος ισχυρίζεται πως η μόνη λύση για τη χώρα και το λαό της είναι μια σταθερή, ισχυρή κυβέρνηση, η οποία ως τέτοια θα μπορεί να επαναδιαπραγματευθεί και να οδηγήσει τη χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά. Θυμίζει κατά πολλούς, κι όχι αδίκως, άλλα τέτοια παρόμοια διλήμματα που έθετε η δεξιά παράταξη όπως το «Καραμανλής ή τανκς» το 1974 ή το «Καραμανλής ή χάος» το 2009. Βεβαίως πρόκειται για ένα εκβιαστικό, καθαρά κινδυνολογικού περιεχομένου, δίλημμα που αποτυπώνει την άκρατη φιλοδοξία του Σαμαρά, το πόσο θέλει να γίνει πρωθυπουργός, ακόμα κι αν αυτό θα έχει ως συνέπεια την επιδείνωση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός λαός. Όσο κι αν με τέτοια συνθήματα το αποσιωπά και συσπειρώνει τους παραδοσιακούς νεοδημοκράτες ψηφοφόρους, η μετεκλογική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ μοιάζει σίγουρη, καθώς το ακροατήριο του Σαμαρά μάλλον προτιμά το «χάος» παρά τη δική του αυτοδυναμία δίνοντάς του ποσοστά από 18-22% σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις.
#2 «Τι χρυσή αυγή, τι ΑΝΤΑΡΣΥΑ»
Γενικά ακούγονται πολλά περί σύγκλισης των λεγόμενων άκρων. Το «τι ακροδεξιός τι ακροαριστερός» είναι της μόδας τελευταίως. Το κωμικοτραγικό είναι πως, ενώ κάτι τέτοια συνηθίζαμε να ακούμε από το χώρο της δεξιάς ή του κέντρου, πλέον ακούγεται και από τα στόματα πολλών «συντρόφων» της αριστεράς. Και μάλιστα όχι όποιας κι όποιας αριστεράς, αλλά της αριστεράς της υπευθυνότητας και του πραγματισμού, στην οποία και ανήκει ο Γ. Ψαριανός (υποψήφιος με τη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη), ο οποίος και έκανε σχετική δήλωση τελευταία. Κατ’ αρχήν η μεγαλύτερη διαφορά είναι το ιδεολογικό φόντο. Για ποιους σκοπούς (πιστεύει ότι) αγωνίζεται η ακροαριστερά και για ποιους η ακροδεξιά; Οι πρώτοι κάνουν λόγο για ισότητα κι ελευθερία ενώ οι δεύτεροι για εθνικισμούς, καθαρότητα, ξενοφοβία, συνομωσίες και αναβίωση ναζιστικών και φασιστικών στοιχείων. Οι πρώτοι μιλάνε για αλληλεγγύη και ταξική πάλη (με στόχο την αταξική κοινωνία) και οι δεύτεροι για μίσος και περιχαράκωση. Έχουν όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό. Αποτελούν και τα δύο «συμπτώματα» του παρόντος συστήματος: η ακροαριστερά είναι ο εσωτερικός εχθρός του συστήματος τον οποίο το ίδιο έχει γεννήσει λόγω της φύσης και των αντιφάσεών του ενώ η ακροδεξιά είναι ο ύστατος σύμμαχος του ο οποίος και ενισχύεται όταν το σύστημα αγγίζει τα όριά του όπως τώρα μετά την κρίση του 2008 ή τη δεκαετία του 1930 μετά την κρίση του ‘29. Πέραν όμως από τα ιδεολογικά, ο συσχετισμός μια εγκληματικής οργάνωσης (που πολλά ανώτερα μέλη της έχουν ποινικό παρελθόν και που πουλάει προστασία στο κέντρο της Αθήνας) με μια ομάδα αριστερών σχημάτων κάτω του 2%, που περιλαμβάνει αρκετά λαμπρά μυαλά και πολλά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι εκτός τόπου και χρόνου. Είναι βέβαια αντίστοιχη με το επίπεδο στο οποίο έχει πέσει ο εν λόγω δηλώσας υποψήφιος της ΔΗΜΑΡ ο οποίος ενώ πριν από 2 χρόνια το έπαιζε «αναρχο»-αριστερός με προκλητικά προοδευτικές ιδέες, πλέον βγάζει τόνους κόμπλεξ απέναντι στους εξ αριστερών της ΔΗΜΑΡ χώρους.
#3 «Δράση-Μάνος»
Αυτή η ομάδα έχει το δικό της μοναδικό τρόπο να λαϊκίσει. Θυμίζει τις υποσχέσεις των νεοφιλελεύθερων στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Eπαγγέλονταν μιαν ευημερία που θα βασιζόταν σε μέτρα φτώχειας κι εξαθλίωσης.Έτσι και σήμερα υπόσχονται συντάξεις 700 ευρώ, όταν το πρόβλημά τους με το μνημόνιο είναι ότι δεν εφαρμόζεται όπως πρέπει κι ότι δεν είναι αρκετό. Αμετανόητοι πιστοί του πιο αποτυχημένου δόγματος (μετά το χριστιανισμό) το οποίο οδήγησε λαούς ολόκληρους στην εξαθλίωση (από την Ινδονησία, τη Χιλή και τη Βραζιλία μέχρι τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Ρωσία και την πρώην ανατολική Γερμανία). Κι όμως μη μπορώντας ή μη θέλοντας να ερμηνεύσουν τους καιρούς αυτό ακριβώς ζητούν, το νεοφιλελευθερισμό. Λιγότερο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, ανύπαρκτη πρόνοια και έναν οικονομικό δαρβινισμό όπου ο οικονομικά ισχυρότερος θα «τρώει» τον ανίσχυρο. Ποια είναι λοιπόν η διαφορά απ’ το μνημόνιο; Ο ορθολογισμός και η αποτελεσματικότητα που επαγγέλλονται είναι το κάτι παραπάνω σε σχέση με το μνημόνιο, λένε. Κι έτσι θα έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα:η ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας, λένε (κι όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι!).
Τί σημαίνει όμως η ανάπτυξη που αυτοί εννοούν; Ανάπτυξη έχει και στην Ινδία, στην Τουρκία, στη Βραζιλία και στην Κίνα κανείς όμως δεν βλέπει «ευτυχισμένο» τους λαούς της, αντίθετα τα ποσοστά της φτώχειας δεν είναι αντιστρόφως ανάλογα με εκείνα της ανάπτυξης (όπως θα έπρεπε εφόσον ανάπτυξη=οικονομική επιτυχία ενός κράτους, εκτός αν οικονομική επιτυχία ενός κράτους σημαίνει κάτι άλλο από τη μείωση της φτώχειας και την ευημερία του λαού του). Και η ανεργία είναι χαμηλή λόγω της ελαστικής εργασίας, των ατομικών συμβάσεων, των εύκολων απολύσεων, των part time jobs. Αυτό όμως δεν είναι δουλειά, είναι σκέτη εκμετάλλευση. Κι εκτός αυτού δεν καλύπτει και τις οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου ο οποίος αναγκάζεται και βρίσκει και δεύτερη δουλειά για να τα βγάλει πέρα με κάποιον τρόπο (άπειρες θέσεις εργασίας ΛΕΜΕ!).Και βεβαίως το ακραίο παράδειγμα είναι η Κίνα όπου πέρα από τα προαναφερθέντα που ισχύουν και για αυτήν, οι ελεύθερες οικονομικές της ζώνες και οι ανταγωνιστικοί μισθοί προϋποθέτουν ένα αυταρχικό καθεστώς με λογοκρισία και καταστολή, στο οποίο καταμετρούνται χιλιάδες (δίχως υπερβολή) εξεγέρσεις το χρόνο και αυτοκτονίες σε χώρους εργασία (βλέπε την περίπτωση των εργοστασίων Foxconn). Αυτή είναι η σύγχρονη συνταγή της επιτυχίας βλέπετε. Άραγε με πόσο λίγο κράτος (όπως υπόσχονται) θα μπορούσαν να πετύχουν κάτι τέτοιο. Σίγουρα όχι με αυτό που φαντάζονται ή διακηρύσσουν.
#4 «Επαναδιαπραγμάτευση με την τρόικα»
Αγαπημένη προγραμματική θέση για τις ερχόμενες εκλογές, η οποία και αποτελεί τη βάση της οικονομικής πρότασης πολλών κομμάτων. Απ’ τον Καμμένο και το ΛΑΟΣ μέχρι τη ΔΗΜΑΡ, την Κατσέλη και τον Τσίπρα. Όσο λογικό είναι να διαπραγματεύονται τα πρόβατα με τους λύκους άλλο τόσο είναι και η περίφημη επαναδιαπραγμάτευση των μνημονίων. Κάτι τέτοιο προαπαιτεί πρώτα απ’ όλα μιαν ορισμένη θέση ισχύος (που δεν την έχουμε) και όσα διαπραγματευτικά ατού κι αν είχαμε, τα περισσότερα τα έχουμε απωλέσει μετά το PSI. Εκτός αυτού σημαίνει την αποδοχή/«νομιμοποίηση» του χρέους που μας καταλογίζεται. Στα αλήθεια ο ελληνικός λαός έχει 300 εκατομμύρια χρέος; Έπειτα η κατάστασή μας μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία για την αλλαγή κατ’ αρχήν της πολιτικής στη χώρα μας αλλά και εν γένει της κοινωνικής και οικονομικής της ιδιοσυστασίας. Απαγκίστρωση από το ευρώ (που ως μέρος του προβλήματος δεν είναι δυνατό να μετέχει στη λύση), παραγωγική ανασυγκρότηση, κοινωνικοποίηση των τραπεζών, αναδιανομή του πλούτου.
#5 «Καμμένος και Αριστερά θα μας καταστρέψουν»
"Ο Καμμένος και οι άλλοι κομμουνιστές θα μας κάνουν Σοβιετική Ένωση, θα επαναφέρουν τη δραχμή και θα απομονώσουν τη χώρα" υποστηρίζουν πολλοί που κάνουν τα σενάρια περί ψεκασμού "του περιούσιου μας έθνους από τη Νέα τάξη πραγμάτων" (!) αληθοφανή. Κάτι πρέπει να τους ψεκάζουν, δεν μπορεί. Ας τα πάρουμε ένα ένα. Ο Καμμένος έχει παρουσιάσει το πρόγραμμά του εδώ κι ένα μήνα. Σε αυτό γίνεται λόγος για ελεύθερες οικονομικές ζώνες για επενδύσεις (βλ. Κίνα) με ελάχιστους φορολογικούς συντελεστές και άλλες διεκολύνσεις καθώς και φορολογική αμνηστία στα κεφάλαια που θα επιστρέψουν στην "πατρίδα". Γίνεται λόγος για παράδοση της εξουσίας των αντίστοιχων υπουργίων στον αρχηγό της αστυνομίας, στον αρχηγό του ΓΕΕΘΑ και στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Με άλλα λόγια τη διοίκηση σημαντικών τομέων της κρατικής εξουσίας από μη δημοκρατικά εκλεγμένα και νομιμοποιημένα πρόσωπα. Γίνεται επίσης αναφορά στην "ολική απέλαση" των "λαθρομεταναστών" και στο φακέλωμα με εξάμηνη ανανέωση κάθε μετανάστη που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα. Και αυτά αρκούν για να αποδείξουν την αριστεροφροσύνη(!) και τις κομμουνιστικές πεποιθήσεις(!!) των Ανεξάρτητων Ελλήνων. Πως άραγε να συνεργαστεί με την αριστερά ένας χώρος όπως εκείνος του Καμμένου όταν τον χαρακτηρίζουν ο συντηρητισμός, ο εθνικισμός και οι λαΪκιστικές-δεξιές του καταβολές. Βεβαίως πρόκειται για το κλασικό "σακούλιασμα" των "αντιμνημονιακών". Πρόκειται για αγαπημένη πρακτική των φιλομνημονιακών δυνάμεων (βλέπε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) να βάζουν στην ίδια κατηγορία το ΚΚΕ, το ΣΥΡΙΖΑ, τη ΔΗΜΑΡ, με το ΛΑΟΣ, τον Καμμένο και τη χρυσή αυγή. Ο στοιχειωδώς νοήμων ψηφοφόρος μπορεί να αντιληφθεί τις διαφορές των παραπάνω σχηματισμών. Δεν υπάρχει ούτε προγραμματική σύγκλιση, ούτε κοινές ιδεολογικές και ιστορικές αναφορές μεταξύ των χώρων τους. Βεβαίως αν ο οποιοσδήποτε από αυτούς δώσει ψήφο ανοχής ή στήριξης (δίχως απαιτήσεις ή ανταλλάγματα) σε κάποιον άλλον, μπορεί άραγε εκείνος να του πει "όχι δεν θέλω τη δική ΣΟΥ ψήφο!"; Τέλος οι απειλές περί Σοβιετικής ένωσης αντλούνται αφ' ενός από την κλασική μετεμφυλιακή προπαγάνδα που επιβιώνει ακόμα και σήμερα στους κόλπους της δεξιάς σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε κακό έχει να κάνει με τον κομμουνισμό (πχ όποιος επιβουλεύεται τη χώρα είναι κομμουνιστής ή όσοι θέλουν να επιστρέψουμε στη δραχμή είναι κομμουνιστές, ή ότι κάθε σεισμός, λοιμός ή καταποντισμός είναι προΪόν κομμουνιστικής συνομωσίας) κι αφ' ετέρου από τη νεοφιλελεύθερη (μανδραβελική) μόδα ότι η Ελλάδα είναι το τελευταίο σοβιετικό κράτος, με την έννοια ότι το "κράτος" είναι πολύ μεγάλο κι ότι η κρατική παρέμβαση είναι μεγαλύτερη από τη δέουσα (ε βέβαια! ας αφήσουμε μωρέ την οικονομία να πάρει να αυτορρυθμίζεται και στην Ελλάδα, αφού το κάνει με τόση επιτυχία στον υπόλοιπο κόσμο, ας απολύσουμε δημοσίους υπαλλήλους ακόμα κι αν έχουμε απ' τους πιο "ολιγομελείς" δημόσιους τομείς στην Ευρώπη! ας ξεπουλήσουμε το δημόσιο πλούτο σε ιδιώτες για να τον αξιοποιήσουν!).
Σάββατο 21 Απριλίου 2012
Στοχασμοί περί δημοκρατίας και …Vodafone!
6:24 π.μ.
Χθες έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο του «Economist» σχετικά με την κατάσταση στην Ελλάδα και δη την προεκλογική κατάσταση. Ο "πάντα έγκυρος" Economist λοιπόν περιέγραφε την κατάσταση λίγο πολύ όπως την ξέρουμε. Όλο όμως το κατά τ’ άλλα περιγραφικότατο άρθρο διαπνεόταν από τη λογική ότι οι εκλογές είναι «άκαιρες και άσκοπες» και από τη γενικότερη απαξίωσή τους. Πιο συγκεκριμένα, το εναρκτήριο σχόλιο του αναφέρει σε ελεύθερη μετάφραση πως: «Αν οι δανειστές έλεγχαν την κατάσταση στην Ελλάδα, οι πολιτικοί της θα συγκεντρώνονταν στις μεταρρυθμίσεις (δηλαδή στην εφαρμογή του Μνημονίου, όχι οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις) και δεν θα σπαταλούσαν χρόνο και 30 εκατομμύρια για τις εκλογές.» Ενώ ο παράτιτλος τονίζει με έντονα γράμματα ότι « Οι ψηφοφόροι μπορεί να απογοητευτούν, αλλά οι εκλογές δεν θα αλλάξουν πολλά».

Φαίνεται η πολλή για τα δεδομένα μου τηλεόραση που είδα το Πάσχα με επηρέασε: «Ά έχς ξεφύγ!» αναφώνησα, ενθυμούμενος τη γνωστή και κατ’ εμέ κακόγουστη διαφήμιση της Vodafone. Πραγματικά όμως έχουν ξεφύγει. Τι σημαίνει «αν οι δανειστές είχαν τα πράγματα υπό έλεγχο»; Οι δανειστές είναι υπεύθυνοι για μας; Ή απ’ την άλλη γιατί «οι εκλογές να μην αλλάξουν πολλά»; Μήπως από εμάς δεν εξαρτάται η ψήφος μας; Έτσι, ανάλογο με αυτήν, ή μάλλον με αυτές (δηλαδή τις ψήφους) είναι και το αν θα αλλάξουν πολλά ή τίποτα.

Αυτά που λέει το άρθρο σημαίνουν πολλά. Είναι ένα δείγμα της όλης λογικής που διέπει την κατάσταση μας. Κι όχι μόνο τη δική μας κατάσταση, μα την κατάσταση σε όλο το φιλελεύθερο δυτικό κόσμο. Πιο συγκεκριμένα η φιλελεύθερη δημοκρατία όπως φαινόταν να έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια αγγίζει τα όριά της. Ή μάλλον τη φέρνουν στα όριά της.
Πρόκειται για τους ανθρώπους και τις ομάδες που έχοντας τα μάτια τους στραμμένα στο οικονομικό θαύμα της ανατολικής Ασίας (Κίνα, Σιγκαπούρη, Ιαπωνία κλπ), αρχίζουν και σκέφτονται πολύ σοβαρά το διαζύγιο του καπιταλισμού με τη δημοκρατία αλλά και με το φιλελευθερισμό (το ένδυμα του καπιταλισμού από το 1860 κι έπειτα), με αποτέλεσμα ένα σαφώς πιο αυταρχικό μοντέλο που θα τους αποδίδει περισσότερα κέρδη. Είναι σαν να μας λένε «αρκετά σας αφήσαμε να παίξετε, τώρα έχουμε κρίση, σοβαρεύουν τα πράγματα!». Και αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει ήδη. Ζούμε μια «κινεζοποίηση» κατ’ αρχήν της Ελλάδας (και λιγότερο έκδηλα της Ευρώπης) σε πολλούς τομείς, από τους μισθούς και τα εργασιακά μέχρι την καταστολή. Και το σημαντικότερο: το παν (θα) γίνεται με κριτήριο τις αντιδράσεις των αγορών. Παράλληλη εξουσία εκχωρείται και επίσημα σε μη αιρετά κι αντιπροσωπευτικά όργανα όπως είναι οι ευρω-τραπεζίτες και οι επίτροποι στην περίπτωσή μας.
Πολλοί θα σπεύσουν να σχολιάσουν πως ούτε τώρα είχαμε δημοκρατία. Και θα το προσυπογράψω, αφού πρώτα το συμπληρώσω: είχαμε μερική (αν έτσι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τη φιλελεύθερη δημοκρατία των τελευταίων 40 χρόνων) δημοκρατία. Δεν είχαμε μια δημοκρατία που όπως συνυποδηλώνουν τα γραμματικά συστατικά της στοιχεία ο λαός να εξουσιάζει. Σε καμία περίπτωση. Γιατί για να εξουσιάζει ο λαός και σε πολιτικό επίπεδο θα πρέπει να εξουσιάζει/να έχει τον έλεγχο και σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Δεν είδα όμως κανέναν να μπορεί να ψηφίσει για το ποιος θα διοικεί ένα εργοστάσιο ή μια τράπεζα. Έλα όμως που από την οικονομική δημοκρατία εξαρτάται η κοινωνική δημοκρατία. Και προφανώς ούτε τέτοια υπήρχε. Ούτε είδα απ΄την άλλη, όπως επαγγέλονταν, να έχουν όλοι οι άνθρωποι (ίσες) δυνατότητες κι ευκαιρίες για κοινωνική ανέλιξη.
Είχαμε λοιπόν μια κατ' επίφασιν δημοκρατία που εκδηλωνόταν σε πολιτικό μόνο επίπεδο.
Παρ’ όλα αυτά και μόνον η επίφαση της δημοκρατίας (και της ελευθερίας, που είναι αλληλένδετη) είναι κάτι σημαντικό. Αν δεν έχεις έστω κατά νου τι σημαίνουν αυτά, πώς θα τα διεκδικήσεις; Η επίφαση είναι ένα βήμα πιο κοντά στην πραγμάτωση συγκριτικά με το τίποτα. Για παράδειγμα θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε ποιος είναι πιο κοντά στην εξισωτική ελευθερία: ένας δούλος ή ένας εργαζόμενος (προλετάριος, στη μαρξιστική διάλεκτο);

Κάποιοι θα αντιτείνουν σε αυτά την πασίγνωστη φράση του Γκαίτε «ο μεγαλύτερος δούλος είναι εκείνος που νομίζει πως είναι ελεύθερος». Έτσι, θα πρέπει να συπληρωθεί το γνωμικό αυτό με τη λέξη «ολικά» δίπλα στο «ελεύθερος». Εκείνος που νομίζει πως είναι ελεύθερος σε όλα τα επίπεδα και πως η ζωή του θα κριθεί από τις επιλογές του (η κλασική φιλελεύθερη δοξασία) είναι πράγματι οιονεί δούλος (για να μην υπερβάλλουμε με άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς). Εκείνος όμως που αντιλαμβάνεται την κατάστασή του, και τη μερική (όντας κατ’ επίφασιν) ελευθερία που τον χαρακτηρίζει μόνο δούλος δεν είναι. Αντίθετα είναι ένα βήμα πιο κοντά στην ολική ελευθερία απ’ όλους τους άλλους. Το κλειδεί λοιπόν είναι στη συνειδητοποίηση της θέσης, στην αυτσυνείδηση. Γι' αυτό και ο Γκαίτε τονίζει το "νομίζει", το υποκειμενικό στοιχείο.

Ωστόσο με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο μας υπενθυμίζουν με κάθε ευκαιρία πως όχι μόνο ήταν κατ' επίφασιν η δημοκρατία που βιώναμε, αλλά και πως θα πρέπει να γίνουμε πιο ευέλικτοι, πιο συμβιβαστικοί ακόμα και απέναντί σε αυτήν και να απαρνηθούμε τα κεκτημένα μας. Τονίζουν επανηλειμμένα πως οι "δημοκρατικοί" θεσμοί είναι προνόμια που μπορούμε να τα απολαμβάνουμε μόνο σε καιρούς ευημερίας (όταν δηλαδή τα κέρδη τους είναι ικανοποιητικά) και ότι τώρα ζούμε σε σκοτεινές εποχές κι ως εκ τούτου πρέπει να τους αποχωριστούμε έστω και με τη μορφή που τους βιώναμε. Θέλουν λοιπόν να μας επιστρέψουν σε ένα πρότερο στάδιο.
Αυτό θυμίζει τις εποχές του μεγάλου κραχ του 1929 και την κατάσταση που ακολούθησε. Όταν δηλαδή ο φιλελευθερισμός δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει και να συγκρατήσει τις κοινωνικές δυναμικές που είχαν αναπτυχθεί, φώναξε τον ξαδερφό του, το φασισμό να βγάλει τα κάστανα.
Ετικέτεςπερί δημοκρατίας,φασισμός,φιλελευθερισμός
Πέμπτη 19 Απριλίου 2012
Σαμαρά εγκώμιον
12:41 μ.μ.
Προσοχή το παρακάτω κείμενο είναι ένα μίγμα κραξίματος και κακοπροαίρετης κριτικής και ειρωνείας. Απομακρύνετε τα παιδιά από την οθόνη.
Είναι πραγματικά άξιο πολλής ψυχαναλυτικής έρευνας το 20-22% που δηλώνει πως πιστεύει στον Σαμαρά και εν γένει στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Ακόμα πιο ενδιαφέρον από επιστημονική άποψη θα είναι βέβαια το 28-30% που θα τον ψηφίσει εκτός απροόπτου στις εκλογές της 6ης του Μάη.
(Για να προλάβω τους, επίδοξους και μη, νεοδημοκράτες που θα διαβάσουν, αν δεχτούν και το διαβάσουν, το υπόλοιπο του άρθρου έχοντας στο μυαλό τους ότι «αυτός ο έξυπνος μιλάει για το Σαμαρά και δεν λέει τίποτα για το Βενιζέλο και το δήθεν καινούργιο ΠΑΣΟΚ», οι αμετανόητοι πασόκοι δεν είναι άξιοι όχι επιστημονικής έρευνας κι ανάλυσης αλλά λόγου.)
Μπορώ να καταλάβω (όχι βέβαια να τους υπερασπιστώ ή να δικαιολογήσω) γιατί τον υποστηρίζουν εκείνοι που έχουν τόσα χρήματα ώστε να μην πλήττονται από τα μνημόνια ή εκείνοι που έχουν τα λεφτά τους στην Ελβετία και τα κτήματά τους σε offshore. Ή έστω εκείνοι που έχουν διαφορετική αίσθηση του χιούμορ. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω το υπόλοιπο 80% των ψηφοφόρων και των δυνάμει ψηφοφόρων του Σαμαρά που έχουν πληγεί όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα απ’ την κρίση και κυρίως από τους χειρισμούς για την αντιμετώπισή της, που τους έχουν μειώσει τους μισθούς ή τις συντάξεις, που τους έχουν υπερφορολογήσει και γενικότερα που τους έχουν φτάσει "στο αμην".

Ναι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι από τα καλύτερα.
Ναι τρώμε τόνους από σκουπίδια κάθε μέρα απ’ την τηλεόραση.
Ναι τρώμε απίστευτη προπαγάνδα από όλα τα μέσα.
Ίσως κιόλας να μας ψεκάζουν (!).
Είναι στη μέση και η Νέα Τάξη Πραγμάτων, οι Σεφερλίμ και οι Ιλουμινάτοι του Τομ Χάνκς… Αλλά και πάλι πως γίνεται τόσοι άνθρωποι να πιστεύουν σε αυτόν;
Ας δούμε τα επιχειρήματά τους:
Λένε ο Σαμαράς είναι
άφθαρτος, αδιάφθορος, δεν ανήκει σε κανένα τζάκι ή δεν ενδιαφέρεται για το πολιτικό κόστος κλπ. Πρώτα απ’ όλα ας τους υπενθυμίσει κάποιος ότι αυτός ο άνθρωπος είναι κοντά 30 χρόνια στη Νέα Δημοκρατία, ότι κάποτε αποτελούσε τσιράκι του τότε αρχηγού του κόμματος (και γνωστού για το φιλολαϊκό και αδιάφθορο προφίλ του) Μητσοτάκη, ότι όταν η ΝΔ κυβέρνησε (με μεγάλη επιτυχία) την τριετία 1990-1993 ήταν το νούμερο 2 στο κόμμα και υπουργός εξωτερικών (με ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία), ότι ακριβώς εκείνη την κυβέρνηση την έρριξε φεύγοντας απ’ τη ΝΔ και ιδρύοντας την Πολιτική Άνοιξη, ένα βραχύβιο νεοσυντηρητικό λαϊκίστικο μόρφωμα (μια κίνηση που αν και μοιάζει αλαζονική, υπερβολικά φιλόδοξη, καιροσκοπική και ματαιόδοξη δεν είναι).
Αυτό λοιπόν είναι το προφίλ (πέρα απ’ την πλάκα) του ανθρώπου που θα σώσει κατά τη γνώμη τους τη χώρα. Πως γίνεται άραγε στο τόσο διεφθαρμένο, όπως και οι ίδιοι παραδέχονται, πολιτικό μας σύστημα να ανελίχθηκε τόσο ψηλά αυτός ο άνθρωπος; Και μόνο ότι τα είχε καλά με το Μητσοτάκη (και μάλιστα όχι απλά καλά) νομίζω πως κάτι λέει. Πως επίσης γίνεται να είναι αδιάφθορος ένας άνθρωπος που υπέκυψε τόσο εύκολα στη ματαιοδοξία του; Όσο για τη στήριξη που έχει από πολλά μεγάλα μέσα (Καθημερινή κλπ) ενημέρωσης αυτή σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με διαπλοκή κλπ απλώς τον συμπαθούν βρε αδερφέ (κι ας κατεβάζει και το γιο του Ψυχάρη βουλευτή).
Λένε ο Σαμαράς έχει σχέδιο. Σαφέστατα! Ο Σαμαράς απ’ την αρχή της αρχηγίας του έχει σχέδιο, απλά δεν μας το φυλάει για έκπληξη. Τι κι αν από εκεί που ήταν τέρμα αντιμνημονιακός, στήριξε την κυβέρνηση που ανέβηκε για να εφαρμόσει τους όρους για το PSI και να εφαρμόσει τα μνημονιακά μέτρα, δεσμεύτηκε ενυπόγραφα ότι θα ακολουθήσει και ο ίδιος την ΙΔΙΑ πολιτική και δεν υπόσχεται τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από… μια επαναδιαπραγμάτευση (λες και είμαστε σε θέση να επαναδιαπραγματευτούμε) μήπως και πιάσουμε τίποτα καλύτερο και μιαν ανάπτυξη η οποία θα έρθει με την (άκουσον άκουσον) νεοφιλελεύθερη ατζέντα που επαγγέλλεται, με γελοία μέτρα απ’ όπου θα βρεθούν χρήματα (όπως οι ημι-υπαίθριοι, οι οποίοι είχαν τόση μεγάλη επιτυχία το 2008 που θα ξαναεφαρμοσθούν) και βέβαια με την καλύτερη εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στα μνημόνια (!).
Λένε ο Σαμαράς έχει όραμα. Και βέβαια έχει όραμα. Και αυτό είναι το όραμα του χαλίφη στη θέση του χαλίφη. Δύο χρόνια το έπαιζε αντιμνημονιακός για να αυγατίσει τα ποσοστά του, κι έπειτα στήριξε το μνημόνιο 2 και PSI για να τα ‘χει καλά με τους ευρωπαίους και υπερατλαντικούς εταίρους μας. Θέλει να γίνει οπωσδήποτε πρωθυπουργός και για να το πετύχει είναι ικανός να πει και να κάνει οτιδήποτε. Μέχρι και οι αντίστοιχοι Σαμαράδες της Πορτογαλίας και της Ισπανίας (οι αντίστοιχοι δεξιοί που εκμεταλλεύτηκαν την κρίση, σχημάτισαν κυβέρνηση και έφεραν ακόμα πιο επώδυνα μέτρα στους λαούς τους, ο Κοέλιο και ο Ραχόι) ήταν πολύ πιο αξιοπρεπείς.
Λένε ο Σαμαράς θα βγάλει τον ΠΑΟΚ στο champions league. Εντάξει λαϊκιστής είναι ο άνθρωπος, δεν κάνει θαύματα.
Λένε πως ψήφισε το μνημόνιο 2 το Φεβρουάριο για να σώσει τη χώρα απ’ τη χρεοκοπία. Μα πρώτα απ’ όλα ο ίδιος ισχυριζόταν ότι η χώρα δεν σώζεται με μνημόνια και επαγγελλόταν μάλιστα μια φιλολαϊκή (για αυτόν) λαϊκίστικη (για τους υπόλοιπους) πολιτική. Τι άλλαξε και ο μνημονιακός δρόμος έγινε τελικά ο δρόμος της σωτηρίας; Εκτός αυτού όμως πόσο ακόμα να χρεοκοπήσουμε; Ας το πάρουμε απόφαση ότι η χρεοκοπία που ήταν να ζήσουμε ήταν και είναι τα ίδια τα μνημόνια. Δεν θέλει να αλλάξουμε τα μνημόνια και τα κοκτέιλ μέτρων. Θέλει να αλλάξουμε μυαλά και αντιλήψεις και δομές πολλών χρόνων. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα (βλ. τα σχετικά άρθρα «Αιτίες της κρίσης» και «Μανιφέστο»).
Ετικέτεςεκλογές 2012,ΝΔ,πολιτικά
Δευτέρα 9 Απριλίου 2012
Το φαινόμενο της… νομιμότητας, τότε και σήμερα.
9:51 π.μ.
του Δημήτρη Μανωλίδη
Ο νόμος είναι κάτι απαραίτητο για τη λειτουργία της κοινωνίας. Πρόκειται για εκείνο τον κανόνα που ρυθμίζει κι οριοθετεί τη συμπεριφορά των ανθρώπων με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η ανθρώπινη συνύπαρξη και συμβίωση. Δίχως τέτοιους κανόνες η ανθρώπινη κοινωνία όχι μόνο δεν θα είχε παράξει τον πολιτισμό και την πρόοδο που συναντάμε σήμερα αλλά ίσως δεν θα είχε επιβιώσει καν.
Από αυτά συνάγεται ότι η ύπαρξη και βεβαίως η τήρηση των τιθέμενων νόμων είναι πολύ σημαντικό πράγμα για μια κοινωνία, κι αφ’ ής στιγμής η Ελληνική κοινωνία αγνοούσε πληθώρα υπαρχόντων νόμων, τότε σαφώς υπάρχει πρόβλημα. (Η αναζήτηση των ιστορικών αιτιών που προκάλεσαν αυτό το φαινόμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα, για το οποίο όμως θα ασχοληθούμε διεξοδικά σε επόμενο άρθρο. Πάντως για όποιον ενδιαφέρεται του συνιστώ ανεπιφύλακτα να διαβάσει το δοκίμιο του Π.Κονδύλη «Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας»). Είχε λοιπόν αναπτυχθεί μια τέτοια σχέση ανάμεσα στους πολίτες και στο κράτος (το οποίο αποτελεί το φύλακα, το «μπαμπούλα» των νόμων), η οποία επέτρεπε τη μερική ανομία. Μάλιστα το μέγεθος της ανομίας και της ανοχής της απ’ το κράτος ήταν ανάλογο με την κοινωνική-οικονομική θέση του παρανομούντος. Η ανομία αυτή είχε ταξικά χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα όσο πιο εύπορος ήταν κάποιος τόσο πιο εύκολα κι ατιμώρητα παρανομούσε (το ρητό "στην Ελλάδα όποιος κλέψει 10.000 ευρώ πάει φυλακή και όποιος 1.000.000 ευρώ είναι μάγκας" μόνο τυχαίο κι άστοχο δεν είναι). Βεβαίως στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονταν άτομα και ομάδες που ίσως με μια δόση υπερβολής είτε ήταν υπεράνω του νόμου είτε «νομοθετούσαν» οι ίδιοι. Μέχρις εδώ σύμφωνοι.
Το ζήτημα της νομιμότητας έχει μπει για τα καλά στο προσκήνιο στο πλαίσιο της αναζήτησης των αιτιών της κατάστασης στην οποία έχουμε περιέλθει. Παράλληλα όμως (και… «τεμνόμενα») τίθεται από διάφορους κύκλους ζήτημα νομιμότητας και όσον αφορά την επιβολή της μνημονιακής πολιτικής. Συνδέουν δηλαδή τη μερική ανομία του χθες με τη σημερινή άρνηση μεγάλου μέρους της Ελληνικής κοινωνίας να αποδεχθεί και να εφαρμόσει τα «μνημονιακής καταγωγής» νομοθετήματα. Από το νόμο στην παιδεία μέχρι τα χαράτσια και την εφεδρεία. Όλα αυτά με βάση μια πραγματιστική (τι ωραία λέξη!) κατά τη γνώμη τους λογική: αφού η ανομία/παρανομία μας έφερε εδώ, κι αφού εξακολουθούμε να παρανομούμε, θα μείνουμε για πάντα στο βούρκο. Περισσότερο μηδενιστική όμως είναι παρά πραγματιστική. Ο παραπάνω συλλογισμός εκτός από το γεγονός ότι υπεραπλουστεύει τις αιτίες της περιβόητης κρίσης, αγνοεί τα εξής ζητήματα (που θυμίζουν τα στοιχειώδη συντακτικά στοιχεία: Υποκείμενο-Ρήμα-Αντικείμενο):
1)Απέναντι σε τι νόμους υποτίθεται ότι παρανομούσαμε διαχρονικά και απέναντι σε τι νόμους παρανομούμε τώρα (εξέταση του Αντικειμένου).
2)Ποιοι είναι αυτοί που παρανομούσαν τότε, ποιοι είναι αυτοί που παρανομούν τώρα (εξέταση του Υποκειμένου).
3)Γιατί αντιδρούν/παρανομούν (εξέταση του Ρήματος/της Ενέργειας).
Ο Νόμος που
πρέπει να σεβόμαστε και που δίχως αυτόν αποσυντίθεται η κοινωνία, για τον οποίον και γίνεται λόγος στη δεύτερη παράγραφο παραμένει μόνο στη θεωρία. Στην πράξη αυτός ο νόμος όμως δεν είναι κάτι το αόριστο κι αφηρημένο, μια απλή ιδιότητα. Είναι οι τυποποιημένοι κανόνες δικαίου που παράγει η Πολιτεία κι εν γένει η κοινωνία το συγκεκριμένο απ' το οποίο προκύπτει αυτή η ιδιότητα ως καθολικό κοινό και αναγκαίο στοιχείο. Αυτοί πέρα από τη γενική θέση ότι απηχούν στις παρούσες και υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις και ανισότητες κι ότι έτσι, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, τις διαιωνίζουν (έμμεση επίδραση), έχουν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, που κατά περίπτωση κρίνεται απ' τον κόσμο ως καλό ή κακό (άμεση επίδραση). Εν προκειμένω οι νόμοι αυτοί εξετάζονται ως προς το δεύτερο σκέλος, την άμεση επίδρασή τους στην κοινωνία που καλείται να τους εφαρμόσει.
Εν προκειμένω λοιπόν το περιεχόμενό τους (ή για την ακρίβεια μέρος του περιεχομένου τους) κρίνεται κάτι παραπάνω από αρνητικό από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Τέτοιοι νόμοι που μειώνουν (και ουσιαστικά εξαλείφουν) τη δωρεάν παιδεία και την υγεία, τις στοιχειώδεις παροχές και που φορολογούν μέχρι και τον αέρα που αναπνέουμε δεν είναι αποδεχτοί όχι μόνο γιατί βλάπτουν εμένα σε ατομικό επίπεδο, είναι επικίνδυνοι γιατί βλάπτουν άμεσα κι έμμεσα την κοινωνία ολόκληρη, τόσο τη συνοχή όσο και την ακεραιότητά της. Έτσι, όπως είναι λογικό κι όπως κάνει καθείς που σέβεται τον εαυτό του (αυτό που αποκαλούμε αξιοπρέπεια) κι ενδιαφέρεται για τους γύρω του (αυτό που λέμε αλληλεγγύη), ο κόσμος αντιδράει. Βεβαίως μην τα αγιοποιούμε όλα: πολλοί είναι εκείνοι που αντιμάχονται τα νομοθετήματα που προσβάλλουν μόνο τους ίδιους και τα συμφέροντά τους. Βασικότατος λόγος που οι νόμοι γίνονται αποδεκτοί σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι ο δίκαιος (ή έστω δικαιοφανής) χαρακτήρας τους. Η νομοθετική κοινωνική αδικία των μνημονιακών νόμων δικαιολογεί λοιπόν τη σημερινή μερική παρανομία, σε αντίθεση με τη "διαχρονική παρανομία του Έλληνα" η οποία δεν είχε να κάνει με τέτοιες καταστάσεις, εκτός αν εντάξουμε σε αυτήν και την άρνηση υπακοής στις κατοχικές κυβερνήσεις ή στη Χούντα .
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος είναι σημαντικό και το ποιοι είναι αυτοί που δεν αποδέχονται τους νόμους σήμερα. Πρόκειται κατ’ αρχήν για την πλειοψηφία (ποσοτικό κριτήριο). Σημαντικό όμως είναι ότι σε αυτήν περιλαμβάνεται και η μέχρι πρότινος μεσαία τάξη, η τάξη που αντιμετωπίζεται ως εκείνη των «νοικοκυραίων» (Τα άλλα κοινωνικό-οικονομικά στρώματα για διαφορετικούς λόγους φαίνονταν πιο «επιρρεπή» στην παρανομία και πιο συγκεκριμένα στην εξυπηρέτηση των φορολογικών τους υποχρεώσεων). Η τάξη αυτή δίχως υπερβολή συνθλίβεται κι έτσι από εκεί που αποτελούσε τη μόνη συνεπή (και πάλι όχι σε απόλυτο βαθμό) τάξη ως προς τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος βρίσκεται να πρωτοστατεί στην άρνηση αποδοχής της μνημονιακής πολιτικής (ποιοτικό κριτήριο). Αυτή η ενδεικτική, ποσοτική και ποιοτική, μεταβολή των πραγμάτων αποδεικνύει πως πρόκειται για διαφορετικούς καιρούς, διαφορετικά διακυβεύματα και διαφορετική «παρανομία».
Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη νομιμότητα και την κατάλυσή της. Μάλιστα πολλοί ανιχνεύουν στη «διαχρονική» (όπως τη χαρακτηρίζουν) μερική κατάλυση της νομιμότητας από μεριάς των Ελλήνων τους λόγους για τη σημερινή πολυδιάστατη κρίση. Ίσως εν μέρει δεν έχουν άδικο.
Ο νόμος είναι κάτι απαραίτητο για τη λειτουργία της κοινωνίας. Πρόκειται για εκείνο τον κανόνα που ρυθμίζει κι οριοθετεί τη συμπεριφορά των ανθρώπων με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η ανθρώπινη συνύπαρξη και συμβίωση. Δίχως τέτοιους κανόνες η ανθρώπινη κοινωνία όχι μόνο δεν θα είχε παράξει τον πολιτισμό και την πρόοδο που συναντάμε σήμερα αλλά ίσως δεν θα είχε επιβιώσει καν.
Από αυτά συνάγεται ότι η ύπαρξη και βεβαίως η τήρηση των τιθέμενων νόμων είναι πολύ σημαντικό πράγμα για μια κοινωνία, κι αφ’ ής στιγμής η Ελληνική κοινωνία αγνοούσε πληθώρα υπαρχόντων νόμων, τότε σαφώς υπάρχει πρόβλημα. (Η αναζήτηση των ιστορικών αιτιών που προκάλεσαν αυτό το φαινόμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα, για το οποίο όμως θα ασχοληθούμε διεξοδικά σε επόμενο άρθρο. Πάντως για όποιον ενδιαφέρεται του συνιστώ ανεπιφύλακτα να διαβάσει το δοκίμιο του Π.Κονδύλη «Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας»). Είχε λοιπόν αναπτυχθεί μια τέτοια σχέση ανάμεσα στους πολίτες και στο κράτος (το οποίο αποτελεί το φύλακα, το «μπαμπούλα» των νόμων), η οποία επέτρεπε τη μερική ανομία. Μάλιστα το μέγεθος της ανομίας και της ανοχής της απ’ το κράτος ήταν ανάλογο με την κοινωνική-οικονομική θέση του παρανομούντος. Η ανομία αυτή είχε ταξικά χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα όσο πιο εύπορος ήταν κάποιος τόσο πιο εύκολα κι ατιμώρητα παρανομούσε (το ρητό "στην Ελλάδα όποιος κλέψει 10.000 ευρώ πάει φυλακή και όποιος 1.000.000 ευρώ είναι μάγκας" μόνο τυχαίο κι άστοχο δεν είναι). Βεβαίως στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονταν άτομα και ομάδες που ίσως με μια δόση υπερβολής είτε ήταν υπεράνω του νόμου είτε «νομοθετούσαν» οι ίδιοι. Μέχρις εδώ σύμφωνοι.
Το ζήτημα της νομιμότητας έχει μπει για τα καλά στο προσκήνιο στο πλαίσιο της αναζήτησης των αιτιών της κατάστασης στην οποία έχουμε περιέλθει. Παράλληλα όμως (και… «τεμνόμενα») τίθεται από διάφορους κύκλους ζήτημα νομιμότητας και όσον αφορά την επιβολή της μνημονιακής πολιτικής. Συνδέουν δηλαδή τη μερική ανομία του χθες με τη σημερινή άρνηση μεγάλου μέρους της Ελληνικής κοινωνίας να αποδεχθεί και να εφαρμόσει τα «μνημονιακής καταγωγής» νομοθετήματα. Από το νόμο στην παιδεία μέχρι τα χαράτσια και την εφεδρεία. Όλα αυτά με βάση μια πραγματιστική (τι ωραία λέξη!) κατά τη γνώμη τους λογική: αφού η ανομία/παρανομία μας έφερε εδώ, κι αφού εξακολουθούμε να παρανομούμε, θα μείνουμε για πάντα στο βούρκο. Περισσότερο μηδενιστική όμως είναι παρά πραγματιστική. Ο παραπάνω συλλογισμός εκτός από το γεγονός ότι υπεραπλουστεύει τις αιτίες της περιβόητης κρίσης, αγνοεί τα εξής ζητήματα (που θυμίζουν τα στοιχειώδη συντακτικά στοιχεία: Υποκείμενο-Ρήμα-Αντικείμενο):
1)Απέναντι σε τι νόμους υποτίθεται ότι παρανομούσαμε διαχρονικά και απέναντι σε τι νόμους παρανομούμε τώρα (εξέταση του Αντικειμένου).
2)Ποιοι είναι αυτοί που παρανομούσαν τότε, ποιοι είναι αυτοί που παρανομούν τώρα (εξέταση του Υποκειμένου).
3)Γιατί αντιδρούν/παρανομούν (εξέταση του Ρήματος/της Ενέργειας).
Ο Νόμος που
πρέπει να σεβόμαστε και που δίχως αυτόν αποσυντίθεται η κοινωνία, για τον οποίον και γίνεται λόγος στη δεύτερη παράγραφο παραμένει μόνο στη θεωρία. Στην πράξη αυτός ο νόμος όμως δεν είναι κάτι το αόριστο κι αφηρημένο, μια απλή ιδιότητα. Είναι οι τυποποιημένοι κανόνες δικαίου που παράγει η Πολιτεία κι εν γένει η κοινωνία το συγκεκριμένο απ' το οποίο προκύπτει αυτή η ιδιότητα ως καθολικό κοινό και αναγκαίο στοιχείο. Αυτοί πέρα από τη γενική θέση ότι απηχούν στις παρούσες και υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις και ανισότητες κι ότι έτσι, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, τις διαιωνίζουν (έμμεση επίδραση), έχουν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, που κατά περίπτωση κρίνεται απ' τον κόσμο ως καλό ή κακό (άμεση επίδραση). Εν προκειμένω οι νόμοι αυτοί εξετάζονται ως προς το δεύτερο σκέλος, την άμεση επίδρασή τους στην κοινωνία που καλείται να τους εφαρμόσει.
Εν προκειμένω λοιπόν το περιεχόμενό τους (ή για την ακρίβεια μέρος του περιεχομένου τους) κρίνεται κάτι παραπάνω από αρνητικό από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Τέτοιοι νόμοι που μειώνουν (και ουσιαστικά εξαλείφουν) τη δωρεάν παιδεία και την υγεία, τις στοιχειώδεις παροχές και που φορολογούν μέχρι και τον αέρα που αναπνέουμε δεν είναι αποδεχτοί όχι μόνο γιατί βλάπτουν εμένα σε ατομικό επίπεδο, είναι επικίνδυνοι γιατί βλάπτουν άμεσα κι έμμεσα την κοινωνία ολόκληρη, τόσο τη συνοχή όσο και την ακεραιότητά της. Έτσι, όπως είναι λογικό κι όπως κάνει καθείς που σέβεται τον εαυτό του (αυτό που αποκαλούμε αξιοπρέπεια) κι ενδιαφέρεται για τους γύρω του (αυτό που λέμε αλληλεγγύη), ο κόσμος αντιδράει. Βεβαίως μην τα αγιοποιούμε όλα: πολλοί είναι εκείνοι που αντιμάχονται τα νομοθετήματα που προσβάλλουν μόνο τους ίδιους και τα συμφέροντά τους. Βασικότατος λόγος που οι νόμοι γίνονται αποδεκτοί σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι ο δίκαιος (ή έστω δικαιοφανής) χαρακτήρας τους. Η νομοθετική κοινωνική αδικία των μνημονιακών νόμων δικαιολογεί λοιπόν τη σημερινή μερική παρανομία, σε αντίθεση με τη "διαχρονική παρανομία του Έλληνα" η οποία δεν είχε να κάνει με τέτοιες καταστάσεις, εκτός αν εντάξουμε σε αυτήν και την άρνηση υπακοής στις κατοχικές κυβερνήσεις ή στη Χούντα .
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος είναι σημαντικό και το ποιοι είναι αυτοί που δεν αποδέχονται τους νόμους σήμερα. Πρόκειται κατ’ αρχήν για την πλειοψηφία (ποσοτικό κριτήριο). Σημαντικό όμως είναι ότι σε αυτήν περιλαμβάνεται και η μέχρι πρότινος μεσαία τάξη, η τάξη που αντιμετωπίζεται ως εκείνη των «νοικοκυραίων» (Τα άλλα κοινωνικό-οικονομικά στρώματα για διαφορετικούς λόγους φαίνονταν πιο «επιρρεπή» στην παρανομία και πιο συγκεκριμένα στην εξυπηρέτηση των φορολογικών τους υποχρεώσεων). Η τάξη αυτή δίχως υπερβολή συνθλίβεται κι έτσι από εκεί που αποτελούσε τη μόνη συνεπή (και πάλι όχι σε απόλυτο βαθμό) τάξη ως προς τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος βρίσκεται να πρωτοστατεί στην άρνηση αποδοχής της μνημονιακής πολιτικής (ποιοτικό κριτήριο). Αυτή η ενδεικτική, ποσοτική και ποιοτική, μεταβολή των πραγμάτων αποδεικνύει πως πρόκειται για διαφορετικούς καιρούς, διαφορετικά διακυβεύματα και διαφορετική «παρανομία».
Ως προς το τρίτο σκέλος. Σημαντικό είναι και το γιατί υπάρχει αυτή η γενικευμένη μη αποδοχή των εν λόγω νομοθετημάτων, κάτι για το οποίο έμμεσα γίνεται λόγος σε όλο το κείμενο. Ουσιαστικά το τρίτο σκέλος ταυτίζεται εν μέρει με το πρώτο. Η ίδια η φύση των νόμων αυτών, το ίδιο τους το περιεχόμενο απαντά (και πάλι: εν μέρει) στο γιατί δεν γίνονται αποδεκτοί. Αναζήτηση της απάντησης στη «νοοτροπία του νεοέλληνα» και στην «έλλειψη παιδείας» είναι εν προκειμένω (από) πρόχειρη (έως) και εκτός τόπου και χρόνου. Θέλει και ρώτημα γιατί δεν αποδέχεται στη μεγάλη της πλειοψηφία η ελληνική κοινωνία μια πολιτική εξαθλίωσής της, στην επιτυχία της οποίας δεν πιστεύει κανένας; Μια πολιτική με βάση σκληρά νεοφιλελεύθερα δόγματα που έχουν εφαρμοσθεί κι έχουν αποτύχει οικτρά (τουλάχιστον ως προς τους επίσημους στόχους τους). Δόγματα που έχουν διαλύσει οικονομίες ολόκληρες κι έχουν εξαθλιώσει λαούς. Το γιατί μπορεί να απαντηθεί από την επίκληση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης κι επιβίωσης μέχρι την επίκληση της στοιχειώδους λογικής και των απλών μαθηματικών (αν άραγε φαινόταν να αποδίδει αυτή η άθλια πολιτική δεν θα ήταν διαφορετική η υποδοχή της από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και σαφώς ευκολότερη η εφαρμογή της;).
Εκτός όμως από τη διαφαινόμενη αποτυχία της πολιτικής που υπηρετούν οι νόμοι αυτοί τίθεται και το ζήτημα της δικαιοπολιτικής τους φύσης. Για την ακρίβεια τα περισσότερα εκ των νομοθετημάτων αυτών καταλύουν κάθε ίχνος κοινωνικής δικαιοσύνης που υπήρχε στην ελληνική κοινωνία. Την ίδια στιγμή που ο μέσος πολίτης δίνει απ΄το υστέρημά του για να αποπληρώσει τα χαράτσια, τους άμεσους και τους έμμεσους φόρους, που ζει μέσα στην ανασφάλεια καθώς βλέπει να μην υφίσταται πλέον δωρεάν υγεία και παιδεία και γενικότερα κοινωνικό κράτος, οι τράπεζες παίρνουν τεράστια ποσά για την "επανακεφαλαιοποίησή" τους (κι άλλη ωραία λέξη!), οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι βγάζουν κι αυγατίζουν τα κεφάλαιά τους και η πραγματική φορολόγησή τους είναι μηδαμινή. Ουδέν λοιπόν αίσθημα δικαίου εμπνέουν οι νόμοι αυτοί.
Πέρα βέβαια από το γενικό περί δικαίου αίσθημα, οι μνημονιακοί νόμοι (βλ. εδώ, εδώ κι εδώ) και φυσικά και το ίδιο το μνημόνιο (βλ. και εδώ) αντιβαίνουν και στο ίδιο το Σύνταγμα αλλά και στη διεθνή έννομη τάξη. Με αλλα λόγια καταλύουν εν γένει την έννομη τάξη που οι ίδιοι είχαν στήσει για την εξυπηρέτηση πρώτιστα των δικών τους αναγκών. Επομένως δεν έχουν ούτε καν τυπικά ερείσματα (ούτε βέβαια και δικαιοπολιτικά).
Εκτός όμως από τη διαφαινόμενη αποτυχία της πολιτικής που υπηρετούν οι νόμοι αυτοί τίθεται και το ζήτημα της δικαιοπολιτικής τους φύσης. Για την ακρίβεια τα περισσότερα εκ των νομοθετημάτων αυτών καταλύουν κάθε ίχνος κοινωνικής δικαιοσύνης που υπήρχε στην ελληνική κοινωνία. Την ίδια στιγμή που ο μέσος πολίτης δίνει απ΄το υστέρημά του για να αποπληρώσει τα χαράτσια, τους άμεσους και τους έμμεσους φόρους, που ζει μέσα στην ανασφάλεια καθώς βλέπει να μην υφίσταται πλέον δωρεάν υγεία και παιδεία και γενικότερα κοινωνικό κράτος, οι τράπεζες παίρνουν τεράστια ποσά για την "επανακεφαλαιοποίησή" τους (κι άλλη ωραία λέξη!), οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι βγάζουν κι αυγατίζουν τα κεφάλαιά τους και η πραγματική φορολόγησή τους είναι μηδαμινή. Ουδέν λοιπόν αίσθημα δικαίου εμπνέουν οι νόμοι αυτοί.
Πέρα βέβαια από το γενικό περί δικαίου αίσθημα, οι μνημονιακοί νόμοι (βλ. εδώ, εδώ κι εδώ) και φυσικά και το ίδιο το μνημόνιο (βλ. και εδώ) αντιβαίνουν και στο ίδιο το Σύνταγμα αλλά και στη διεθνή έννομη τάξη. Με αλλα λόγια καταλύουν εν γένει την έννομη τάξη που οι ίδιοι είχαν στήσει για την εξυπηρέτηση πρώτιστα των δικών τους αναγκών. Επομένως δεν έχουν ούτε καν τυπικά ερείσματα (ούτε βέβαια και δικαιοπολιτικά).
Τέλος είναι και το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Γιατί τυπικά είναι αξιοσέβαστοι οι νόμοι; Μα γιατί συντίθενται και ψηφίζονται απ' την πλειοψηφία των εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού. Και κάπου εδώ τίθεται το ζήτημα της πολιτικής κρίσης που βιώνουμε και πιο συγκεκριμένα της κρίσης αντιπροσώπευσης. Λίγοι θα σεβαστούν έναν (επαχθή) νόμο που ψηφίζεται από μια κοινοβουλευτική ομάδα η οποία εξελέγη με εκ διαμέτρου αντίθετα προτάγματα από τα μετέπειτα πεπραγμένα της, και μάλιστα σε εκλογές με αποχή 40%. Επίσης τίθεται και θέμα δημοκρατίας, ανεξαρτησίας κι αξιοπρέπειας. Απ' το έλασσον που είναι η εσωκομματική δημοκρατία όταν τέτοια νομοθετήματα ψηφίζονται υπό τη δαμόκλειο σπάθη της διαγραφής από το κόμμα μέχρι το μείζον που είναι οι απειλές περι μη εκταμίευσης (της πεσυμφωνημένης να δοθεί) δόσης και λοιποί εκβιασμοί, τις παρεμβάσεις ξένων κι άσχετων θεσμικά υποκειμένων στην χάραξη της ελληνικής πολιτικής, την ανικανότητα (και κατ' άλλους την απροθυμία ) του πολιτικού μας προσωπικού να χειριστεί την κατάσταση. Όλα αυτά έχουν μειώσει στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη και την υπομονή του ελληνικού λαού απέναντι στη νομοθετική (και βέβαια και στην εκτελεστική) λειτουργία του κράτους. Επομένως σταδιακά χάνεται το θεμέλιο της νομιμότητας, που είναι η νομιμοποίηση του νομοπαραγωγικού υποκειμένου.
Όλα τα παραπάνω δικαιολογούν κατά τη γνώμη μου τη μερική ανομία που συναντάμε σήμερα απέναντι στους νόμους-παραφυάδες των μνημονίων. Δεν είναι ίδια η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα με εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Πρόκειται για μια έκτακτη πολιτικά κατάσταση οπου η κοινωνική ειρήνη και συνοχή αγγίζουν τα όριά τους.
Ετικέτεςδίκαιο,περί νομιμότητας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(Atom)
Από το Blogger.
Διαβάζουμε,,,
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
►
2013
(12)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (1)
-
►
2012
(19)
- ► Σεπτεμβρίου (3)



