Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Φασισμός: Όταν η φιλελεύθερη δημοκρατία αγγίζει τα όριά της (;)


Για άλλη μια φορά η ελληνική κοινωνία διχάστηκε με αφορμή το θέμα της νεαρής αθλήτριας με τα ρατσιστικά τιτιβίσματα στον τοίχο της. Για την ακρίβεια το σχόλιο για το οποίο έγινε τόσος ντόρος δεν ήταν παρά ένα κακόγουστο αστείο απ’ αυτά που όλοι λέμε και ακούμε στην καθημερινή ζωή καταδικάζοντας πάντα την ρατσιστική τους χροιά. Και ίσως να μην γινόταν τίποτα αν ο τοίχος της εν λόγω αθλήτριας δεν ήταν γεμάτος από συνεχείς αναρτήσεις υπέρ της Χρυσής Αυγής και δη του ανερχόμενου αστεριού της, του Ηλ. Κασιδιάρη.

Πρόκειται πάντως για ένα θέμα ελάσσονος σημασίας στο οποίο αποδώσαμε, όπως πάντα, περισσότερη προσοχή απ’ όση άξιζε. Πίσω όμως από αυτό κρύβεται το θέμα το οποίο δείχνει να ταλανίζει την ελληνική (και όχι μόνο) κοινωνία: η άνοδος της ακροδεξιάς. Όχι της γλυκανάλατης ακροδεξιάς του ΛΑΟΣ αλλά της νεοναζιστικής ακροδεξιάς που με συνέπεια απέναντι στον εαυτό της εκπροσωπείται από μια εγκληματική οργάνωση όπως είναι η Χρυσή Αυγή. Και αυτό είναι πράγματι ένα μείζον ζήτημα, μια, δίχως άλλο, κοινωνική παθογένεια.

Ακόμα πιο δύσκολη θέση είναι εκείνη των «απολογητών» της φιλελεύθερης δημοκρατίας, καθώς η τελευταία αγγίζει τα όριά της όταν έχει να κάνει με –ισμούς όπως σοβινισμός-εθνικισμός-φασισμός… (ο κομμουνισμός είναι άλλη συζήτηση, για τις σχέσεις γενικώς ανάμεσα σε ακροαριστερά και ακροδεξιά γίνεται λόγος σε άλλο άρθρο) για τον πολύ απλό λόγο ότι αυτοί είναι αυθεντικότατα συμπτώματά της. Ή μάλλον αποτελούν συμπτώματα λιγότερο της ίδιας και περισσότερο των κοινωνικών σχέσεων που την ανέδειξαν, με άλλα λόγια του καπιταλιστικού συστήματος. Όλες αυτές οι ολιστικές και αναγόμενες στο μίσος ιδεολογίες αποτελούν εκουσίως ή ακουσίως εξαιρετικούς αντιπερισπασμούς από τα πραγματικά διακυβεύματα. Επικεντρώνονται σε ελάσσονος σημασίας ή ανύπαρκτους ανταγωνισμούς (φυλετικούς, εθνικούς κλπ) θέτοντας στο περιθώριο τους θεμελιώδεις κοινωνικούς και οικονομικούς (πλούσιοι-φτωχοί κλπ) και διαιωνίζοντας τους. Για παράδειγμα ο αντισημίτης πολύ συχνά είναι κάποιος που ενώ αντιλαμβάνεται πως λειτουργεί το σύστημα στοχοποιεί τον εβραίο αντί του καπιταλιστή.
Κι ενώ γίνεται αυτό οι άρχουσες τάξεις εξακολουθούν να πλουτίζουν εις βάρος των υπολοίπων .Ουσιαστικά ο φασισμός αποτελεί το χωροφύλακα του καπιταλισμού και μας επισκέπτεται όταν ο τελευταίος βρίσκεται σε κρισιακές καμπές όπως οικονομικές κρίσεις, πολέμους, ανάγκες συσσώρευσης κεφαλαίου, οπότε και είναι ευάλωτος.

Αυτήν ακριβώς τη διαδικασία παρέμβασης του φασισμού παρουσιάζει η ταινία του Μπερτολούτσι, 1900. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο δουλοπάροικος Όλμο απειλεί με τις διεκδικήσεις του το στάτους κβο, ο γαιοκτήμονας Αλφρέντο καλεί τον επιστάτη Αττίλα να επιβάλλει την τάξη. Ο Μπερτολούτσι αναλύει εξαιρετικά την έλευση του φασισμού και τις ταξικές σχέσεις που την προκαλούν και σε αυτό συμβάλει η προσωποποίηση των ρόλων συλλογικών κοινωνικών υποκειμένων. Έτσι, ο γαιοκτήμονας (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) συμβολίζει την ανώτερη και εκμεταλλεύτρια τάξη, ο επιστάτης (Ντόναλντ Σάδερλαντ) τον εθελόδουλο και υπηρέτη της πρώτης οπαδό του φασισμού και ο αγρότης «δουλοπάροικος» (Ζεραρντ Ντεπαρτιέ) την καταπιεσμένη αγροτική (κι εργατική) τάξη.

Όπως προελέχθη η κανονικότητα την οποία δείχνει να απειλεί ο φασισμός (και οι συγγενείς του –ισμοί) είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία, το ένδυμα του δυτικού καπιταλισμού μετά το 1850 (και με κάποια κατά τόπους διαλείμματα στην Ευρώπη κατά το μεσοπόλεμο και στη Λατινική Αμερική καθ’ όλον τον 20ο αιώνα), το οποίο διαδέχτηκε σταδιακά τον απολυταρχικό συντηρητισμό. Διατηρουμένων των βασικών της χαρακτηριστικών (κοινοβουλευτισμός – καθολικά πολιτικά δικαιώματα – έμφαση στα ατομικά δικαιώματα) τα κύρια στοιχεία της μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και κυρίως μετά το ’70 είναι η πολυπολιτισμική ανεκτικότητα η οποία συνδυάζεται με την εξύψωση της ελευθερίας (οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής) έκφρασης και αυτοπροσδιορισμού. Στοιχεία απαραίτητα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης που έφερε τους πολιτισμούς πιο κοντά και κατήργησε τα σύνορα για τα κεφάλαια (και για κάποιους απ’ τους ανθρώπους).

Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίον προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των παραπάνω -ισμών η φιλελεύθερη δημοκρατία σήμερα και δη εκείνη που εφαρμόζεται στην Ελλάδα. Ο τρόπος αυτός είναι ο, όπως θα το χαρακτήριζε ένας φιλελεύθερος, φασιστικός αποκλεισμός τόσο απ’ το δημόσιο λόγο αλλά κι από άλλες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Βεβαίως πρόκειται για μεγάλη αντίφαση για ένα σύστημα που καυχιέται πως βασίζεται στην ανοχή της διαφορετικής άποψης: και η εθνικιστική-φασιστική είναι μια διαφορετική άποψη. 

Έτσι η δήθεν ανεκτική δημοκρατία αρχίζει όντας σε οριακή κατάσταση να αυτοαποκαλύπτεται. Αποκαλύπτει λοιπόν ότι η ελευθερία έκφρασης δεν είναι το σπουδαιότερο αγαθό όπως ήθελε να νομίζουμε και πως δεν δυσκολεύεται να το περιορίσει. Κι αν όμως τότε δεν είναι ανεκτική, όπως διατυμπανιζόταν, απέναντι σε όλους, τότε απέναντι σε ποιους και με ποια κριτήρια είναι;

Η αλήθεια είναι βεβαίως πως δεν ζούμε σε μια ανεκτική δημοκρατία, και πως η ελευθερία επιλογής που έχουμε είναι εν γένει περιορισμένη. Για την ακρίβεια ζούμε σε μια κοινωνία η οποία υπαγορεύει κι ανέχεται πολύ συγκεκριμένους τρόπους ζωής και οι επιλογές πέρα απ’ το γεγονός ότι περιορίζονται απ’ το κεφαλαιοκρατικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο χαρακτηρίζονται από ένα παράδοξο: είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε, ΜΟΝΟΝ εφόσον επιλέγουμε σωστά. Το σωστό βεβαίως είναι κάτι το υποκειμενικό από ιστορική και κοινωνική άποψη. Εν προκειμένω το σωστό είναι αυτό που συνάδει με τα συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων.

Πέρα απ’ την ελευθερία έκφρασης και η ελευθερία γενικότερα είναι πολύ περιορισμένη. Περιορίζεται κατ’ αρχήν από τον οικονομικό παράγοντα: η οικονομική ελευθερία όπως την εννοούμε σήμερα δημιουργεί μια ζούγκλα που ο οικονομικά ισχυρότερος καταπίνει αμάσητο τον οικονομικά ανίσχυρο. Επομένως ο ανίσχυρος που τυχαίνει να αποτελεί και την πλειοψηφία (περί το 80% του κόσμου) δεν είναι και τόσο ελεύθερος. Απ’ την άλλη νέα τείχη υψώνονται στον κόσμο. Η Ευρώπη περιχαρακώνεται από τους εξ ανατολάς κι εκ του νότου μετανάστες με ψηφίσματα για διασυνοριακές αστυνομίες και ολοένα κι αυστηρότερους και ξενοφοβικούς μεταναστευτικούς νόμους, οι ΗΠΑ απ’ τους Μεξικανούς, το Ισραήλ αποκλείει τη Γάζα, οι ΗΠΑ αποκλείουν την Κούβα κλπ. Επομένως όσοι νόμιζαν πως το τείχος του Βερολίνου ήταν το τελευταίο πράγμα που μας χώριζε θα πρέπει να το ξανασκεφτούν.

Τελικά μάλλον δεν ζούμε στα αλήθεια σε μια παγκοσμιοποιημένη φιλελεύθερη δημοκρατία όπως την οραματιζόταν ο Φουκουγιάμα μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης: αλλά ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο κι ελεύθερο μόνο για τα κεφάλαια κόσμο. Αυτό θυμίζει το παράδοξο που υπαινίσσεται ο Σλαβόι Ζίζεκ όταν κάνει λόγο για την ελευθερία των πραγμάτων (εμπορεύματα) εις βάρος της ελευθερίας των ανθρώπων.

Όλα όμως αυτά συνδυάζονται με μια επίφαση ελευθερίας και ανεκτικότητας η οποία και συντηρεί το όλο πολιτικό οικοδόμημα. Με άλλα λόγια το δυσάρεστο πλαίσιο που περιγράφεται παραπάνω το οποίο και βιώνουμε όλοι μας συνδυάζεται με την ψευδή ιδέα των πολιτών για ένα ελεύθερο πολιτικό σύστημα, για αυθεντικά δικαιώματα και για πραγματική ελευθερία. Ένα μεγάλο μέρος πιστέυει πραγματικά σε αυτό ενώ ένα άλλο, οι "κυνικοί" ενώ βλέπουν τί συμβαίνει λειτουργούν με την εξής φετιχιστική απάρνηση: "ξέρω πως δεν είμαι ελεύθερος να... αλλά παριστάνω/ελπίζω πως είμαι...". Όπως και να χει αυτή η επίφαση είναι απαραίτητη για την επιβίωση του οικοδομήματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας και είναι ακριβώς το ευαίσθητο σημείο που αγγίζει η αντιμετώπιση του φασισμού.

Εν κατακλείδει το μόνο που μπορεί να κάνει η φιλελεύθερη δημοκρατία απέναντι στους παραπάνω -ισμούς είναι να …απαρνηθεί τον εαυτό της και βεβαίως τις ενδότερες κοινωνικοοικονομικές δομές της καθώς αυτές τους προκαλούνε. Αντίθετα οποιαδήποτε άλλη αντιμετώπισή τους είναι απλώς …«μπαλώματα» (και επειδή δεν μπορεί να κάνει κατι άλλο αλλά και επειδή αρχικά τουλάχιστον, μέχρι να απειληθεί η ίδια της η ύπαρξη όπως το μεσοπόλεμο, δεν θέλει: ποιά άλλη ιστοριούλα θα βρει να πει για να δικαιολογήσει την ανεργία αν δεν κατηγορηθούν οι μετανάστες;). Θυμίζει τα καρτούν που όταν βυθίζεται μια βάρκα καλύπτουν με τα πόδια και με τα χέρια μια μια τις τρύπες της που ολοένα και αυξάνονται. Ας μην ξεχνάμε πως για να φύγει ο γενικευμένος φασισμός τελευταία φορά χρειάστηκε η (οριοθετημένη) «νίκη των λαών» κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι εγγυήσεις για περισσότερα κέρδη που δημιούργησε η «δημιουργική καταστροφή» του πολέμου, οπότε μπορεί να θεωρηθεί πως εν μέρει πέτυχε και το στόχο του: και η «κομμουνιστική απειλή», που ήκμασε κατά τον υφεσιακό μεσοπόλεμο, δεν εξαπλώθηκε σημαντικά και βρέθηκαν νέοι τρόποι και νέες πληγές πλουτισμού.
Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Περί άμεσης δημοκρατίας

Η δημοκρατία είναι, δίχως άλλο, από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Δεν νομίζω να αμφιβάλει κανείς για το πόσο πρωτοποριακό είναι να αποφασίζουν για το μέλλον μιας κοινωνίας όλα τα μέλη της. Πρόκειται τω όντι για μια προσπάθεια του ανθρώπου να αντιταχθεί στο φυσικό γίγνεσθαι, όπου ο ισχυρός επιβάλλεται δια της βίας ή της απειλής της.

Στην παγκόσμια ιστορία έχουν εφαρμοσθεί διάφορες μορφές που προσπάθησαν να προσεγγίσουν τη δημοκρατία. Από την Αθηναϊκή Δημοκρατία στη Ρωμαϊκή κι έπειτα από την επαναστατική (παρισινή και σοβιετική) στη φιλελεύθερη δυτικού τύπου δημοκρατία. Όλες είχαν τις ιδιομορφίες τους λόγω των κατά περίπτωση τοπικών και χρονικών συνθηκών, ωστόσο είναι κοινώς παραδεκτό πως καμία δεν προσέγγισε σε απόλυτα ικανοποιητικό βαθμό αυτό που εννοούμε δημοκρατία: δηλαδή την αυτοδιάθεση κι αυτοδιαχείριση σε συνθήκες ισότητας και δικαιοσύνης. Σε όλες τις περιπτώσεις είτε υπήρχαν μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού που ήταν αποκλεισμένα, είτε συνυπήρχαν μη δημοκρατικά στοιχεία που ασκούσαν ουσιαστική εξουσία και σχεδόν σε κάθε περίπτωση η δημοκρατία περιοριζόταν σε πολιτικό επίπεδο δήχως να επεκτείνεται σε κοινωνικο-οικονομικό. Εξαίρεση στα παραπάνω έτεινε να αποτελέσει η προαναφερθείσα "επαναστατική δημοκρατία": σε αυτές τις περιπτώσεις, ενώ φαινόταν να συμμετέχει η συντριπτική πλειοηφία του πληθυσμού κι ενώ υπήρχαν πραγματικά δημοκρατικοί θεσμοί, εσωτερικοί (πχ μπολσεβίκοι) ή εξωτερικοί παράγοντες (ο στρατός του Θιέρσου) οδήγησαν στον εκφυλισμό ή στην πτώση.

Έτσι βρισκόμαστε σήμερα σε μια περίεργη φάση. Τα 3/4 του κόσμου βρίσκονται σε συνθήκες "δημοκρατίας". Βεβαίως πρόκειται για μια ντεκαφεινέ δημοκρατία: πρόκειται δηλαδή για μια ακίνδυνη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που ο κόσμος δεν έχει λόγο στις αποφάσεις παρά επιλέγει άπαξ κάθε 4 ή 5 χρόνια αυτούς που θα τις πάρουν και πάντα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος (δηλαδή με κοινωνικοοινομική ανισότητα, κοινωνική αδικία και δίχως στοιχειώδη κεντρικό παραγωγικό σχεδιασμό και με ένα κράτος που λειτουργεί όχι υπέρ της κοινωνίας του παρά μόνο υπερ ορισμένων τάξεων) σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (όπου το υπερεθνικό κεφάλαιο δεν γνωρίζει σύνορα και κυβερνήσεις και το κάθε κράτος είναι αναγκασμένο να λαμβάνει υπόψη τους διεθνείς συσχετισμούς για ό,τι κάνει).

Επομένως είμαστε ελεύθεροι να αποφασίσουμε μόνο όμως στο πλαίσιο συγκεκριμένων
κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που δεν μπορούμε να αλλάξουμε, μόνο στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας και μόνο επιλέγοντας απ' όσα κόμματα καταφέρνουν να προβληθούν και πάει λέγοντας. Οι εναλλακτικές "αντι-συστημικές" επιλογές μοιάζουν να εξαντλούνται σε μικρές ομάδες αντικαπιταλιστών ή αναρχικών ή σε τυφλά ξεσπάσματα βίας όπως στα προάστια του Παρισιού το 2005.

Μια επιφατική κατάσταση όπου ο κόσμος υποτίθεται πως έχει δυνατότητα πληθώρας (πολιτικών) επιλογών. Βεβαίως και η επίφαση είναι σαφώς καλύτερη απ' το τίποτα. Το να παρομοιάζουμε εν παραδείγματι τη σημερινή κατάσταση με εκείνη πχ επί φεουδαρχίας είναι εντελώς άτοπο. Η επίφαση του κάτι είναι σαφώς κάτι παραπάνω απ' το τίποτα και πολύ πιο κοντά στο ίδιο το κάτι.

Ωστόσο είναι ειρωνεία στον τεχνικό πολιτισμό που έχουμε αναπτύξει να αντιπαραβάλουμε σε επίπεδο οργάνωσης ή θεσμών αυτό που έχουμε σήμερα. Υπάρχει με άλλα λόγια η αντικειμενική δυνατότητα για την απόκτηση πραγματικών (αμεσο)δημοκρατικών θεσμών καθώς είναι δεδομένο ότι οι άνθρωποι πλέον χρειάζεται να εργάζονται συνολικά πολύ λιγότερο κι ότι ο χρόνος κι ο χώρος έχουν υπερπηδηθεί: μέσα σε λίγες ώρες μπορούμε να βρεθούμε από το ένα μέρος της γης στο άλλο ενώ με το διαδίκτυο είναι δυνατή η αμφίδρομη επικοινωνία χιλιάδων ανθρώπων ταυτοχρόνως. 

Απ' την άλλη οι συνεχείς αποτυχίες της πολιτικής και οικονομικής ελίτ με αποκορύφωμα την κρίση του 2008 και τη διαχείρισή της έκτοτε, έχουν επαναφέρει το αίτημα για αμεσότερη δημοκρατία και πάλι στο προσκήνιο κι έχουν αναμφίβολα πολλαπλασιάσει τους υποστηρικτές του. Άλλωστε η λύση στην εκουσίως* λανθασμένη οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε κι εφαρμόζεται είναι ακριβώς η ...περισσότερη δημοκρατία. Ποιο αληθινά λαϊκό δημοκρατικό όργανο θα έπαιρνε τις νεοφιλελεύθερες αποφάσεις που οδήγησαν στην υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στην κρίση του 2008; Το πώς μπορούν να υπάρξουν τέτοια όργανα επαφίεται απλώς στη βούληση μας να υπάρξουν και βεβαίως (το μόνο εύκολο) στη φαντασία μας.

Μια όμως άμεση δημοκρατία σε πολιτικό επίπεδο θα ήταν ανάπηρη άμα δεν συνοδευόταν και από μια άλλου είδους δημοκρατία. Την οικονομική δημοκρατία. Δηλαδή τη συλλογική διοίκηση και τον έλεγχο τόσο των τομέων της παραγωγής όσο και των τραπεζών. Αυτό βεβαίως βρίσκει εμπόδιο το πλαίσιο ατομικής ιδιοκτησίας στο οποίο αυτά βρίσκονται. Μόνο όταν οι πολίτες θα ξεκινάνε από το ίδιο βάθρο, σε συνθήκες εξισωτισμού και μόνο όταν οι πολιτικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να συνδυάζονται/να συνάδουν/ή να υποχωρούν απέναντι σε εκείνες ορισμένων που ελέγχουν την οικονομία (τραπεζικό, βιομηχανικό, εφοπλιστικό κεφάλαιο κλπ) θα μπορεσει να υπάρξει αληθινή δημοκρατία.

Όμως δεδομένου ότι για να αλλάξεις κάτι πρέπει να αλλάξεις εσύ ο ίδιος πρώτα (προς την ίδια κατεύθυνση), έτσι το ίδιο ισχύει και για το συλλογικό υποκείμενο που ζητεί τη δημοκρατία. Επομένως το να υπάρχει μια ομάδα που λειτουργεί με απόλυτη και δύσκαμπτη ιεραρχεία κι εν τέλει αντιδημοκρατικά, και αυτή η ομάδα να ζητάει δημοκρατία (όπως την εννοούμε παραπάνω: ως πολυδιάστατη με το λαό να εξουσιάζει τον εαυτό του, λαϊκή εξουσία) είναι επικίνδυνο. Επικίνδυνο γιατί υπάρχει, όπως έγκαιρα διέβλεψε η Ρόζα Λούξεμπουργκ για τους Μπολσεβίκους, μια πολύ μεγάλη πιθανότητα να λειτουργήσει απέναντι στον κόσμο σε συνθήκες εξουσίας όπως λειτουργεί και στα εσωτερικά της.

Επομένως, η λαϊκή βάση κάθε κινήματος και κόμματος όχι απλά πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο, αλλά πρέπει να ηγεμονεύσει του εαυτού της. Με άλλα λόγια θα πρέπει όλες οι βασικές αποφάσεις να πηγάζουν άμεσα από αυτήν. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ εφόσον θέλει να μείνει συνεπής στις πολιτικές του θέσεις, να φρενάρει και να αντιστρέψει την πρόφατη κίνησή του προς τα δεξιά και αν δεν θέλει να μετατραπεί σε ένα ακόμα ΠΑΣΟΚ αλλά να αποτελέσει πράγματι μια πρωτοπόρα, ριζοσπαστική κίνηση.

Γιατί ακόμα κι αν ο κόσμος που πλέον μετέχει στο ΣΥΡΙΖΑ του 27% δεν είναι κόσμος αποκλειστικά της ριζοσπαστικής αριστεράς αλλά περιλαμβάνει και στοιχεία πασοκογενή ακόμα και δεξιά και μόνο η συμμετοχή σε τέτοιες ανοιχτές, πρωτόγνωρες, διαδικασίες θα στρέψει και τους ίδιους πιο αριστερά. Ας μην ξεχνάμε πως η μορφή δεν είναι μηδενικής σημασίας, αλλά πως επηρεάζει σημαντικά το περιεχόμενο που φέρει. Έτσι και ο τρόπος λειτουργίας μιας τέτοιας βάσης θα επηρεάσει και το ποιόν της. Εξάλλου το να διακηρύσσει κάποιος πως δρα στο όνομα του λαού και για το λαό, αλλά αυτά που θέλει να απέχουν παρασάγκας από αυτά που ο ίδιος ο λαός στην πραγματικότητα ζητά, δεν μοιάζει σωστό. Έχουμε χορτάσει από αυθεντίες-ελίτ άλλωστε. Ο λαός θέτει τα αιτήματα και ο ίδιος μετουσιώνεται σε εκείνο το υποκείμενο μέσω του οποίου τα διεκδικεί. Το υποκείμενο αυτό δεν πρέπει ποτέ να αποκόβεται από αυτόν παρά βασισμένο σε διαχρονικές αξίες και θεμελιώδη αιτήματα να εκφράζει το συμφέρον εκείνου και μόνο (δηλαδή του λαού). Βεβαίως πρόκειται για μια διαλεκτική σχέση καθώς και το υποκείμενο θα υποδεικνύει στο λαό τους τρόπους που μπορούν τα αιτήματά του να πραγματωθούν. Το ιδανικό όμως είναι οι δύο αυτοί πόλοι να ταυτίζονται όσο είναι δυνατόν και αυτό γίνεται με την αμεσοδημοκρατική εσωκομματική λειτουργία.

Άλλωστε "η μοναδική θεραπεία στις αρρώστειες της δημοκρατίας είναι περισσότερη δημοκρατία"
(John Dewey).


*εκουσίως γιατί προφανώς οι αποφάσεις που ελήφθησαν σχετικά με το χρηματοπιστωτικό σύστημα αλλά και η διαχείρισή του απ' τους ιθύνοντές του καλύπτονταν από πλήρες ρίσκο κι ενώ βαθμιαία όλοι έβλεπαν την επερχόμενη καταστροφή. Αντίθετα πραγματοποιήθηκαν επειδή απέφεραν βραχυπρόθεσμα τεραστια κέρδη σε κάποιους (ποιούς άραγε;) και επειδή σε πρώτο βαθμό πίστευαν όλοι στο too big to fall (και στη νέα έκδοσή του: too big to jail) και σε δεύτερο πως το κράτος σε ρόλο πυροσβέστη θα έσωζε το χρηματοπιστωτικό σύστημα με τα χρήματα των φορολογουμένων, όπως κι έγινε τελικά.
Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Μίλησε κανείς για βία;


Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου η Βία ήταν κόρη του Τιτάνα Πάλλαντα και της Ωκεανίδας Στύγας. Ήταν η θεότητα που συμβόλιζε τη δύναμη και την επιβολή, και μαζί με τα αδέρφια της, το Κράτος, το Ζήλο και τη Νίκη βοήθησαν το Δία στον πόλεμο με τους Τιτάνες.

Τι είναι βία;
Με μια πρόχειρη σκέψη θα μπορούσε να οριστεί ως η δύναμη εκείνη που μεταβάλλει ή προσπαθεί να μεταβάλλει μια ορισμένη φυσική κατάσταση.

Με βάση αυτό τον ορισμό, μια ολοένα μεταβαλλόμενη πραγματικότητα όπου κατά κοινή ομολογία "τα πάντα ρει"  δεν μπορεί παρά να έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τη βία. Πράγματι δεν ζούμε σε ένα στατικό κόσμο. Εξ' υπαρχής της γης εκδηλώσεις και συγκρούσεις φυσικών στοιχείων μεταβάλλουν τη μορφή της κι αντίστοιχα κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις μεταβάλλουν την κοινωνική πραγματικότητα και τις σχέσεις που αναπτύσσονται εντός της.


επαναστάσεις όπως η γαλλική και η ρώσικη αποτελούν
αναμφίβολα καταλύτες της σύγχρονης ανθρώπινης ιστορίας

Όλες οι αλλαγές λοιπόν είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων και δη εσωτερικών. Οι κοινωνικές συγκρούσεις, δηλαδή οι συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες ομοειδείς ομάδες ανθρώπων, που συναπαρτίζουν την κοινωνία, διαμορφώνουν το εκάστοτε κοινωνικό σύστημα, όπως οι συγκρούσεις των λιθοσφαιρικών πλακών διαμορφώνουν τη μορφή της γης, τις ηπείρους και τα βουνά. Αυτό είχε στο νου του ο Ηράκλειτος όταν έλεγε πως ο πόλεμος (δηλαδή η σύγκρουση) είναι ο θεός και ο πατέρας των πάντων κι ότι άλλους ανάγει σε θεούς και άλλους σε ανθρώπους, άλλους σε αφέντες κι άλλους σε δούλους. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια διαχρονική, αδιατάρακτη και ισορροπημένη φυσική ή κοινωνική κατάσταση. Αυτό αποδεικνύει σε γενικές γραμμές την κυριαρχία της βίας.  Αυτή είναι που έχει παρεμβληθεί σε κάθε στιγμή και κάθε χωρίο της ιστορίας αυτού του πλανήτη κι ως εκ τούτου της ιστορίας του ανθρώπου πάνω σε αυτόν.
Η βία υπήρχε και υπάρχει παντού με άλλα λόγια.
Βία είναι ο νόμος, ο οποίος πιέζει τους ανθρώπους σε μια συμπεριφορά που διαφορετικά δεν θα ακολουθούσαν. Βία είναι η γλώσσα που εντάσσει σε μορφές αφηρημένα νοήματα και έννοιες. Βία είναι όταν το παιδί μαθαίνει να πειθαρχεί στον πατέρα και τη μητέρα. Όλα αυτά μπορούν να ενταχθούν στην ευρεία κατηγορία της κοινωνικής βίας.

Απ' την άλλη η μετατροπή του νερού σε υδρατμούς, η αποσύνθεση του φύλλου, η φωτιά που αρπάζει το ξύλο και η γέννα μπορούν να ενταχθούν στη φυσική βία.

Τέλος κατά πολλούς υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία βίας, της ψυχολογικής. Η βία αυτή ανάγεται σε ψυχολογικά αίτια, στην καταπίεση του εγώ από το υπερεγώ, δηλαδή αυτού που αποκαλούμε κοινώς ηθική συνείδηση και ως αποτέλεσμα έρχονται οι τύψεις. Αν δεχτούμε όμως πως η διαμόρφωση του υπερεγώ μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό είναι απότοκο της υποταγής του ανθρώπου στην κοινωνία όπως υποστηρίζουν οι Φρόιντ και Λακάν, τότε κάλλιστα τέτοιες περιπτώσεις εσωτερικής βίας εντάσσονται στην κοινωνική βία καθώς οι αιτίες τους είναι κοινωνικές.

Προκύπτουν λοιπόν δύο κατηγορίες βίας: η κοινωνική (άνθρωπος εναντίον ανθρώπου) και  η φυσική (φύση εναντίον ανθρώπου).
Όσον αφορά στη φυσική βία (ζώα, φυσικά φαινόμενα, αρρώστιες κλπ), ο άνθρωπος την αντιμετώπισε με τα μέσα που προέκυψαν από την ιστορική πολιτισμική του πρόοδο: όπλα, καλύμματα, σπίτια, πρόληψη, φάρμακα κ.α. Δίχως να την έχει εξ’ ολοκλήρου εξαφανίσει (πράγμα που ούτε είναι δυνατό, ούτε ίσως πρέπει να γίνει) έχει όμως καταφέρει να τη δαμάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Μένει λοιπόν η κοινωνική βία, για την οποία δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο με τη φυσική. Ούτε έχει δαμαστεί σε μεγάλο βαθμό, ούτε ο πολιτισμός βοήθησε ιδιαίτερα για την αντιμετώπισή της με απόλυτο τρόπο. Σίγουρα μορφές που έπαιρνε σε άλλες εποχές έχουν εκλείψει. Ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Μάλιστα η ίδια η κοινωνική συνύπαρξη ασκεί βία στον άνθρωπο όταν αναγκάζει τους κοινωνούς να θυσιάζουν την ικανοποίηση των ενστίκτων και των επιθυμιών τους στο βωμό της κοινωνικής συνύπαρξης και συνεργασίας, κάτι που σύμφωνα με το Φρόιντ κάνει τον άνθρωπο μοιραία συνεχώς δυστυχισμένο.

Ως εκ τούτου είναι λανθασμένο ή έστω άτοπο να καταδικάζουμε τη βία έτσι γενικά και αόριστα, μιας και ενυπάρχει παντού. Είναι δε υποκριτικό στο βαθμό που ανεχόμαστε καθημερινά ορισμένες μορφές της ή ακόμα χειρότερα πολλοί τις εντάσσουμε στην ιδεολογία μας. Πρόκειται για τη βία εκείνη που

ο Σλαβόι Ζίζεκ ονομάζει αντικειμενική ή συστημική βία. Είναι η βία εκείνη που αναγκαία παράγεται για τη λειτουργία ενός κοινωνικού συστήματος (αναγκαίο κακό) και είτε δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή ως βία ή θεωρείται απλώς …δεδομένη-συνηθισμένη. Τέτοια ήταν η βία που ασκούσανε οι αριστοκράτες και οι φεουδάρχες στους δούλους και
τους δουλοπαροίκους τους, επί φεουδαρχίας, κάτι που τότε θεωρούταν δεδομένο και αποτελούσε άλλωστε και τη βάση της λειτουργίας του συστήματος εκείνου. Τέτοια είναι σήμερα η βία που ασκείται στους εκατομμύρια ανθρώπους που πεθαίνουν τη μέρα απ’ την πείνα εν έτει 2012, στους νεκρούς των πολέμων που γίνονται για να πουλάνε όπλα οι βιομηχανίες και για να βρίσκονται νέες αγορές, στα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που δουλεύουν σε συνθήκες εξαθλίωσης ως σύγχρονοι σκλάβοι. Αυτή η βία είναι αναγκαία για τη διατήρηση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.

Είναι ανάλογη με τη βία που ασκούταν επί υπαρκτού σοσιαλισμού. Η βία απέναντι στους (οργανωμένους και μη) αντιφρονούντες σε συνθήκες εχθρικής περικύκλωσης της Σοβιετικής Ένωσης κι αργότερα Ψυχρού πολέμου, η βία για την κολεκτιβοποίηση, η βία για την αναδιανομή του πλούτου.  Ήταν ως ένα μεγάλο βαθμό βία αναγκαία για να διατηρηθεί το σύστημα που ήθελαν στη Σοβιετική Ένωση, κι από ένα σημείο και μετά θεωρούταν δεδομένη-φυσιολογική. (Βέβαια στα καθεστώτα εκείνα υπήρχε ένας Στάλιν ή ένας Τσαουσέσκου στον οποίο αποδίδαμε τις ευθύνες για την εκεί αντικειμενική βία, αντίθετα στη αντικειμενική βία του καπιταλισμού σε ποιον πρέπει να αποδώσουμε ευθύνες;)
Η αντικειμενική βία αποτελεί, λέει ο Ζίζεκ, το όριο της φυσιολογικής βίας. Με άλλα λόγια είναι τόση ώστε να θεωρείται φυσιολογική. Από εκεί κι έπειτα ξεκινάει η υποκειμενική βία. Η βία δηλαδή των κοινών εγκλημάτων και της λεγόμενης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, η οποία σαφώς τροφοδοτείται όμως απ’ την αντικειμενική βία. Με άλλα λόγια, σε πρώτο στάδιο δεχόμαστε από κάπου βία, την αντικειμενική, την οποία συνήθως δεν την αντιλαμβανόμαστε ως βία θεωρώντας τη δεδομένη ή συνηθισμένη. Σε δεύτερο στάδιο αναπαράγουμε κι εμείς τη βία που δεχόμαστε εξωτερικεύοντας την ως υποκειμενική, συνήθως βέβαια με δική μας ευθύνη.

Από εδώ φαίνεται πόσο υποκριτική είναι η φιλελεύθερη στάση που (υποτίθεται πως) καταδικάζει τη βία σε κάθε της μορφή και σε κάθε βαθμό, όταν αντίθετα η ίδια η φιλελεύθερη ιδεολογία όπως έχει αναπτυχθεί παράγει και παράλληλα προϋποθέτει για την εφαρμογή της βία αυτή.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούν να εξηγηθούν και τα φαινόμενα πολιτικής βίας που έχουν ξεσπάσει στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια. Η περίφημη λιτότητα, που εκδηλώνεται ως μέρος της αντικειμενικής βίας που αναφέρεται πιο πάνω, εξαθλιώνει και εξοργίζει τον κόσμο με αποτέλεσμα αυτός να αντιδρά ποικιλοτρόπως. Ένας εξ αυτών των τρόπων είναι το …γιαούρτι, και όλα τα φαινόμενα αποδοκιμασίας των εκπροσώπων του πολιτικού και κυβερνητικού συστήματος. 

Ένας άλλος τρόπος είναι η "φασιστική" βία. Δηλαδή η βία ενάντια σε συγκεκριμένες στοχοποιημένες ομάδες από υποκείμενα που αναπολούν το Χίτλερ και έχουν το Mein Kampf ευαγγέλιο (μερικά από αυτά μπήκαν εσχάτως και στη Βουλή).

Το αν αυτή η βία θα ενταχθεί στην αντικειμενική ή στην υποκειμενική κατηγορία έχει τεράστια σημασία. Εντάσσοντας την στα φαινόμενα υποκειμενικής βίας εξισώνεται τόσο με το γιαούρτι όσο και με την ανατρεπτική "αντισυστημική" βία. Σε αυτό το πλαίσιο ανήκουν οι σκέψεις που ταυτίζουν ακροαριστερά και ακροδεξιά ή θεωρούν "φασισμό" ΌΛΕΣ τις διαμαρτυρίες κι αντιδράσεις κατά συγκεκριμένων πολιτικών. Κάτι τέτοιο έσπευσε να επιχειρήσει το εξώφυλλο των Νέων ευθύς αμέσως μετά το επεισόδιο Κασιδιάρη-Κανέλη: την ταύτιση δηλαδή όλων των γεγονότων πολιτικής βίας που έχουμε ζήσει εσχάτως.

Αντίθετα πιο συνεπές ιστορικά και κοινωνικά μοιάζει η ένταξη της φασιστικής βίας στα φαινόμενα αντικειμενικής βίας, καθώς πρόκειται ξεκάθαρα για μια μορφή βίας που γίνεται απαραίτητη στην καθαρά αντικειμενική όταν το στάτους κβο απειλείται.Η φασιστική βία –εξίσου πολιτική με το γιαούρτι- είναι η εμπροσθοφυλακή της «φιλελεύθερης βίας», καθώς έχουν απέναντί τους τους ίδιους εχθρούς (τον απλό λαό) και η πρώτη βασίζεται στους ανταγωνισμούς που η δεύτερη γεννά (πχ εθνικούς, φυλετικούς κλπ). Αυτό μας έχουν διδάξει οι Χίτλερ και Μουσολίνι οι Βιντέλα και Πινοσέτ καθώς και οι ηθικοί τους αυτουργοί.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να μπει στην ίδια μοίρα η αποδομασία ενός πολιτικού από συνταξιούχο με το επεισόδιο με τον Κασιδιάρη στο πάνελ του αντένα. Τόσο γιατί πρόκειται για διαφορετικές μορφές βίας, αν το εξετάσουμε υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων, όσο και γιατί απ’ τη μια ήταν ένας γέρος που πιθανότατα του έκοψαν μαζί με τη σύνταξη και την αξιοπρέπεια κι απ’ την άλλη ο νούμερο 2 της νεοναζιστικής και συνάμα εγκληματικής Χρυσής Αυγής. Για να αποσαφηνιστεί η διαφορά των δύο περιπτώσεων όσον αφορά στο υποκείμενο, με όρους ποινικού δικαίου η πρώτη θα μπορούσε να θεωρηθεί άδικη και μη καταλογιστή ενώ η δεύτερη άδικη και καταλογιστή.
Θα μεταφερθείτε στη νέα σελίδα σε

Δευτερόλεπτα
Από το Blogger.

η πολιτική/κρίση στο mail σας!


Θεματικές:

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________