Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Το τέλος της ιδεολογίας;

του Δημήτρη Μανωλίδη

(Για την καλύτερη κατανόηση του άρθρου -και τέλος πάντων για να συνεννοούμαστε- ο όρος ιδεολογία εν προκειμένω χρησιμοποιείται με τον εξής ορισμό: ατομική ή συλλογική κοσμοθεώρηση ή απλώς θεώρηση για κάποιο επιμέρους θέμα/τομέα της ζωής.)

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ισχυρίστηκαν πως η ιστορία έφθασε στο τέλος της. Αφού το τελευταίο ιδεολογικό αντίβαρο κατέρρευσε, το κινεζικό μοντέλο εκφυλίστηκε και οι εναπομείναντες κομμουνιστικές νησίδες κρίνονταν αδύναμες κι ακίνδυνες (όπως η Βόρεια Κορέα και η Κούβα), πίστεψαν πως η φιλελεύθερη δημοκρατία θα μπορούσε επιτέλους να κυριαρχήσει σε όλον τον κόσμο. Το τέλος της ιστορίας ορίζεται εν προκειμένω ως η απόλυτη επικράτηση και δικαίωση μιας ιδεολογίας, η σύμπλευση όλων των ανθρώπων με αυτήν και εξάλειψη κάθε διαφορετικού στοιχείου. Αυτή η θέση, με πιο γνωστό θιασώτη τον Φράνσις Φουκουγιάμα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο κι αφελές, κυριάρχησε για τουλάχιστον μια δεκαετία. Σταδιακά ο ενθουσιασμός του δυτικού κόσμου έφθινε. Μετριάστηκε με την επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και τερματίστηκε με την επίθεση στους δίδυμους πύργους το Σεπτέμβρη του 2001. Η (γεω)πολιτική αποτυχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας ήταν μεγάλη (η οικονομική της αποτυχία ήρθε επισήμως εφτά χρόνια αργότερα με την κρίση του 2008). Βεβαίως, καθώς ο κόσμος εξακολουθούσε να μην αισθάνεται ούτε δημοκρατία ούτε ελευθερία, έπρεπε νέοι «βάρβαροι» να βρεθούν.

 Έτσι μετά τον «πόλεμο κατά του κομμουνισμού» η δύση μπήκε στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» κι από τον πόλεμο των ιδεολογιών εισήλθε η ανθρωπότητα σε έναν «πολιτισμικό πόλεμο», ουσιαστικά ανάμεσα στη «φιλελεύθερη δύση» και στο «φονταμελιστικό Ισλάμ». Όπως ισχυρίζονται πολλοί φιλελεύθεροι διανοητές πλέον ο πόλεμος από πολιτικός έγινε πολιτισμικός. Πίσω από το μανδύα όμως του πολιτισμού είναι ευδιάκριτη η σύγκρουση δυο ιδεολογικών οικοδομημάτων: του ισλαμο-αυταρχικού και του δυτικού-φιλελεύθερου (το οτι λέγεται φιλελεύθερο δεν το καθιστά λιγότερο αυταρχικό απ' το ρητώς αυταρχικό). Και εν προκειμένω η εκβιαστική ατάκα του Μπους προς την υπόλοιπη δύση («ή είστε μαζί μας ή εναντίον μας») εκφράζει την κυρίαρχη τάση στο δυτικό φιλελεύθερο μπλοκ, το οποίο και λειτουργεί σαν να υπάρχουν μόνον αυτά τα δύο στρατόπεδα, θεωρώντας εαυτόν προστάτη της δημοκρατίας και της ελευθερίας και τον αντίπαλο ως την… έκφραση του κακού στη γη. Βεβαίως δεν υπάρχουν μόνο οι φιλελεύθεροι δυτικοί και το φονταμελιστικό Ισλάμ. Όλο και πιο έντονη είναι για παράδειγμα η παρουσία του αυταρχικού συγκεντρωτικού ασιατικού μοντέλου καπιταλισμού. Μάλιστα στο βαθμό που υπάρχει πλέον κοινωνική κρίση και στα «αναπτυγμένα» κράτη, και καθώς η αντιμετώπισή της απαιτεί μείωση των ελευθεριών, το διαζύγιο του δυτικού καπιταλισμού με τη δημοκρατία (την αστική φιλελεύθερη δημοκρατία όπως τη βιώνουμε τα τελευταία 70 χρόνια)και η εφαρμογή ενός μοντέλου ασιατικού καπιταλισμού δεν μοιάζει απίθανο σενάριο.

Βεβαίως αυτή η πολιτισμική μάχη που παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό της μεταϊδεολογικής, όπως λένε, εποχής, δεν είναι τόσο θεμελιώδης όσο φαίνεται. Είναι μια δευτερεύουσα μάχη. Θυμίζει το παράδειγμα του Slavoj Zizek για την Αντιγόνη. Ότι σε σχέση με τη διαμάχη της Αντιγόνης με τον Κρέοντα, μια διαμάχη μεταξύ αριστοκρατών, σίγουρα θα είναι πιο σημαντική η ταξική διαμάχη ανάμεσα στο λαό της Θήβας και στον Κρέοντα και την Αντιγόνη μαζί. Δεν πρόκειται επομένως για ΤΗ διαμάχη που χαρακτηρίζει το κοσμοσύστημά μας, παρά για ένα επιμέρους γεγονός που από μόνο του έχει δευτερεύουσα σημασία, και υπό το μανδύα του οποίου καλύπτονται άλλες δομικές διαμάχες (οι κοινωνικές) που κινούνται στο επίπεδο της ιδεολογίας.

Μαζί με την άποψη για το τέλος της ιστορίας (το έμμεσο τέλος των ιδεολογιών), ήρθε στο προσκήνιο
η άποψη εκείνη που έθετε το άμεσο τέλος των ιδεολογιών. «Ζούμε στη μετά-ιδεολογική εποχή» διατράνωναν οι υποστηρικτές της. Πλέον η πολιτική που ασκούνταν δεν θα έπρεπε να είναι ιδεολογική, αλλά πραγματιστική-ρεαλιστική.  Υπεύθυνη πολιτική δεν είναι ιδέες και μεγαλεπήβολα όνειρα μα αριθμοί, ελλείμματα και πλεονάσματα. Στην ουσία πρόκειται για το αποτέλεσμα της «οικονομικοποίησης» της πολιτικής. Με άλλα λόγια πρόκειται για την είσοδο και την επικυριαρχία των οικονομικών επί της πολιτικής. Όλα έχουν γίνει αριθμοί (σκέφτεται άραγε κανείς πως πίσω απ’ αυτούς τους αριθμούς κρύβονται πραγματικοί άνθρωποι και αγαθά;). Μήπως η μόδα των τεχνοκρατών πρωθυπουργών ή υπουργών οικονομικών δεν αποτελεί τη μεγαλύτερη επιβεβαίωση γι’ αυτό; Μα και το ίδιο το κεφαλαιοκρατικό σύστημα σε επιφάσεις πραγματισμού δεν στηρίζεται; Ο λόγος που προτάσσουν οι περισσότεροι υποστηρικτές του υπέρ του είναι ότι «απλά λειτουργεί». Με μια μεγάλη δόση κυνισμού παραδέχονται μάλιστα τα άσχημά του στο βωμό του ότι «πολύ απλά αποδίδει» και εγκαλούν τους υπολοίπους ως ουτοπιστές.

Το πράγμα γίνεται ακόμα χειρότερο αν λάβουμε υπόψη πως δεν είναι απλώς και γενικώς η οικονομία, αλλά το πολύ πιο συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που κυριαρχεί επί της πολιτικής. Έτσι έχουμε φθάσει στο σημείο εθνικές κυβερνήσεις και διεθνείς ενώσεις να υποτάσσονται και να εξυπηρετούν κερδοσκοπικά funds και τράπεζες. Μάλιστα αυτό δεν συμβαίνει εξαιτίας (μόνο) της διαφθοράς της ηγεσίας τους ή της ύπαρξης κάποιας φετιχιστικής εμπάθειας απέναντι στους λαούς ή συμπάθειας απέναντι στις τράπεζες. Τα πράγματα έχουν γίνει έτσι ώστε η οικονομία πράγματι να στηρίζεται στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Όπως εύστοχα έχει τονίσει ο Slavoj Zizek: «Η main street (η πραγματική οικονομία) έχει ανάγκη τη Wall street κι όχι το αντίθετο».

Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όμως είναι πως πριν τη φαινομενική αποϊδεολογικοποίηση/οικονομικοποίηση της πολιτικής προηγήθηκε ακριβώς η ιδεολογικοποίηση (ο χρωματισμός, να το πούμε πιο περιγραφικά) της οικονομίας. Δεν είναι γενική κι αόριστη η οικονομία που επιβάλλεται της πολιτικής.  Είναι βασισμένη σε δεύτερο βαθμό στο νεοφιλελεύθερο δόγμα και σε πρώτο στους κεφαλαιοκρατικούς τρόπους παραγωγής. Η οικονομία λοιπόν ,που τονίστηκε παραπάνω πως επιβάλλεται της πολιτικής, δεν είναι κάτι το ουδέτερο, το άχρωμο. Αντίθετα είναι χρωματισμένη με τα προαναφερθέντα στοιχεία. Στον πρώτο βαθμό επικράτησε των φεουδαλικών και πατριαρχικών σχέσεων και στο δεύτερο επικράτησε του κευνσιανισμού και του κεντρικού σχεδιασμού. Να που λανθάνει η ιδεολογία.

Σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο κάτι ανάλογο συνέβη με το φιλελευθερισμό, ο οποίος αποτελεί το βασικό καπιταλιστικό ιδεολογικό όχημα από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα. Αυτός υπερισχύοντας στην πολιτική και κοινωνική ζωή από ιδεολογία μετατράπηκε σε πραγματικότητα. Αναλογικά δηλαδή με τη φαινομενική αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής έχουμε και την αποϊδεολογικοποίηση της ίδιας της ιδεολογίας που το προξένησε, του φιλελευθερισμού. Σήμερα η φιλελεύθερη δημοκρατία δείχνει να έχει εμπεδωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην αποτελεί επιλογή αλλά μια δεδομένη κατάσταση μετουσιωμένη σε πραγματικότητα. Εδώ φαίνεται και η υποκρισία του συστήματος αυτού. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε τις πολιτικές που θα ασκηθούν στο πλαίσιο όμως πάντοτε της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Με άλλα λόγια δεν μπορώ αν και ζω σε συνθήκες «ελευθερίας επιλογής» και «δημοκρατίας» όπως διακηρύσσεται να επιλέξω το ίδιο το σύστημα αλλά αντίθετα όλες μου οι επιλογές είναι εντός αυτού. Με άλλα λόγια, έχω δυνατότητα επιλογής αλλά πάντα στα πλαίσια της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, μόνο δηλαδή σε συνθήκες ελεύθερης αντιπροσώπευσης, δικομματισμού κλπ. Επομένως η ιδεολογία της φιλελεύθερης δημοκρατίας έχει αποϊδεολογικοποιηθεί κι από ιδεολογία (ιδέες απλώς κάποιων ανθρώπων που τις υποστηρίζουν) έχει υψωθεί σε κοινωνικό στάτους (σε ιδέες-στοιχεία που διέπουν το κοινωνικο/πολιτικό μας σύστημα και τα οποία θεωρούμε πλέον ΔΕΔΟΜΕΝΑ). Κι έτσι συνηθίζοντας στις υπάρχουσες δομές και θεωρώντας τις «φυσικό στοιχείο» της σύγχρονης κοινωνίας μας, δυσκολεύει σε πολύ μεγάλο βαθμό η αντιμετώπιση κι αντικατάστασή τους. Πρέπει αντίθετα να αντιληφθούμε τη φιλελεύθερη ιδεολογία που έχει εισδύσει σε τόσες εκφάνσεις της ζωής μας και να κατανοήσουμε τις πραγματικές συνέπειες του γεγονότος αυτού και εν τέλει να την ανατρέψουμε για να φέρουμε κάτι καλύτερο.

Ένα παράδοξο όμως είναι ο τρόπος που πλέον οι υπάρχουσες δομές, το σύστημα, εμποδίζουν την παραπάνω διαδικασία κατανόησης κι ανατροπής. «Θέλετε ιδεολογία; Εγώ θα σας δώσω αυτό που θέλετε» μοιάζει να μας λέει καγχάζοντας. Έτσι προκάλεσε μια νέα ιδεολογία στην οποία και ερείδεται. Ο υπερυψωμένος αποϊδεολογικοποιημένος φιλελευθερισμός στηρίζεται ακριβώς στην ιδεολογικοποίηση της μη ιδεολογίας. Το τελευταίο δηλώνει τη μετουσίωση της άγνοιας (ως προϊόν επιλογής, του τύπου : «δεν ασχολούμαι επειδή δεν με ενδιαφέρει ή έχω και καλύτερα πράγματα να κάνω») σε άποψη, σε στάση ζωής. Αν το γεγονός ότι το «απολιτίκ ήταν το νέο σέξυ» μοιάζει παράξενο, το ότι το απολιτίκ είναι ένα νέο και κυρίαρχο «πολιτίκ» είναι κάτι παραπάνω από παράδοξο. Αντικατοπτρίζει ουσιαστικά τους παραλογισμούς της εποχής μας. Κι όμως σε τέτοιο κόσμο βασίζεται ο φιλελευθερισμός. Είναι σαν την περίφημη σκοτεινή ύλη που υπάρχει στο σύμπαν σύμφωνα με τα διδάγματα της αστροφυσικής. Δεν φαίνεται, δεν βγαίνει στο προσκήνιο, αλλά ουσιαστικά στηρίζει το όλο οικοδόμημα. Αντίθετα είναι μια μειοψηφία εκείνοι οι ακτιβιστές που τρέχουν για τα δικαιώματα, τη βάση του φιλελευθερισμού. (ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, τι ωραία λέξη! Η διαφορά ανάμεσα στο δικαίωμα (αυτό που δίνεται) και στη χειραφέτηση (αυτό που ζητάμε) είναι προφανής. Το πρώτο προϋποθέτει ο δικαιούχος να υπόκειται σε μια ανώτερη αρχή η οποία ακριβώς του παραχωρεί κι εξασφαλίζει το δικαίωμα σε αντιδιαστολή με τη δεύτερη που συνεπάγεται την αυτονομία κι ανεξαρτησία. Αυτή η πλάνη ελευθερίας εξασφαλίζει την επιβίωση του συστήματος.)

Άλλωστε η σχέση του φιλελευθερισμού με το απολιτίκ διαφαίνεται κι από ένα εκ των βασικών κοινών τους στοιχείων. Πρόκειται για την ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα είναι η βάση της ατομικής ελευθερίας (το ζητούμενο κατά τα την εξεταζόμενη ιδεολογία) τουλάχιστον όσον αφορά τις ιδιωτικές και κοινωνικές σχέσεις. Τι πιο ανεκτικό απ’ τον αδιάφορο; «Δεν ασχολούμαι μαζί σου συνάνθρωπε!» αναφωνεί ο σημερινός άνθρωπος. Αδιαφορία λοιπόν κι όχι σεβασμός είναι η βάση της ανεκτικότητας. Έτσι μπορούν δίπλα μου να συμβαίνουν τραγικά πράγματα κι εγώ απλά να τα αγνοώ (με την έννοια όχι της μη γνώσης αλλά της εθελοτυφλίας). Λείπει έτσι η  αλληλεγγύη που σε συνδυασμό με την κριτική ματιά θα οδηγήσει στη χειραφέτηση

Αντίθετα ο αληθινός σεβασμός ως αποτέλεσμα συνειδητοποίησης της υποκριτικότητας της σημερινής μας ανεκτικότητας και της αποδοχής της εκ φύσεως μη ανεκτικότητάς μας, απαιτεί την ειλικρινή κατανόηση της (δεδομένης) διαφορετικότητας και την πίστη στην ισότητα (μόνο σε συνθήκες ισότητας υπάρχει σεβασμός). Όταν θεωρείς τον άλλον κατώτερο τότε πρόκειται για ανοχή ή οίκτο αντί για σεβασμό, ενώ όταν ο άλλος θεωρείται ανώτερος, τότε πρόκειται για φόβο). Αν όμως επικρατούσε σήμερα η πίστη σε όλα αυτά, αν δημιουργούταν αυτό που λέμε κοινωνική συνείδηση και δη πάνω σε οικουμενικές αξίες, αυτό θα προκαλούσε σημαντικότατα προβλήματα στο κοινωνικό μας σύστημα. Αντίθετα αυτό στηρίζεται εκ θεμελίων στην ατομιστική (απόπειρα για) πραγμάτωση της ευτυχίας και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων ο οποίος και μένεις ανεμπόδιστος από τη δήθεν ατομική ελευθερία κι ανεκτικότητα.

 Ούτε η ιστορία έχει τελειώσει, ούτε από ιδεολογία έχουμε ξεμείνει. Είναι εξαιρετικά βολικό για κάποιους να πιστέψουμε σε αυτά. Να περιορίζουμε τη σκέψη μας σε ψευτοδιλήμματα και να ανάγουμε σε πρωτίστης σημασίας δευτερεύουσες διαμάχες. Η Ιδεολογία ενυπάρχει παντού και οι διαφορετικές ιδεολογίες συγκρούονται μεταξύ τους σε κάθε έκφανση της ζωής μας στο βαθμό που σε κάθε έκφανση της ζωής μας συγκρούονται τα συμφέροντα και οι ανάγκες των ανθρώπων από την εξυπηρέτηση των οποίων γεννιώνται και οι ιδεολογίες.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα μεταφερθείτε στη νέα σελίδα σε

Δευτερόλεπτα
Από το Blogger.

Θεματικές:

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________

___________________